«Ο Θανασάκης ο Τετραβάγγελος», ένα διήγημα για το ‘21

240320-tetravaggelosτου Άγγελου Δημητρίου

Ο Γέρος γύρισε στο σπίτι μετά το γλέντι αυτής της νύχτας κι ένιωθε όλο και πιο πολύ αυτή την κάψα απ΄ το κρασί στα μάγουλά του. Είχε πιει αρκετά απόψε. Ωραία ήταν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στο κεφάλι του υπήρχε μια ημεράδα και μια νωθρότητα, ό, τι πρέπει για νάρθουν οι σκέψεις κι οι αναμνήσεις και να πάρουν τον δρόμο τους μέχρι τον ύπνο.

Η πατρίδα είχε πια ελευθερωθεί. Θυμόταν όμως,  αυτή την δράκα των κουρελήδων, των βρομιάρηδων, των πεινασμένων που ζούσαν πάνω στα βουνά αλλοτινά. Μόνο και μόνο για να κρατάνε το σπαθί τους ζωντανό. Έκλεισε τα μάτια κι οι εικόνες πήραν μορφή. Τα πόδια τους να τρέχουν πάνω στα χορτάρια και τις χαμόριζες, κρύο και φόβος και ψείρα. Ήτανε πριν την Επανάσταση. Τα φοβερά χρόνια. Τα πιο δύσκολα χρόνια πριν στρώσει το πράμα. Λίγοι μα ψυχωμένοι. Χωρίς ελπίδα. Ζούσαν με την κλεψιά και το γιουρούσι. Τότε που τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι ίδιοι οι δικοί τους, οι Έλληνες χωρικοί.

Κοντά τους είχε βρεθεί κι ένα μικρό, ο Θανασάκης. Πώς να μην πάει το μυαλό του σ’ αυτόν; Θάτανε γύρω στα δώδεκα χρόνια. Κι όπου πήγαιναν, μαζί τους κι ο Θανασάκης. Άρματα δεν τούχανε δώσει, μόνο ένα μικρό μαχαίρι. Όχι γιατί δεν θέλανε, μα δεν περίσσευαν.

Του Θανασάκη του αρέσανε τα γράμματα. Κι ο παπα- Φιλόθεος, που τους έκρυβε που και που στο μοναστήρι και τους έδινε άμα είχε ένα πιάτο φαΪ , τον συμπάθησε- έτσι μαυροτσούκαλος που ήταν και μικρoκαμωμένος, και του χάρισε ένα μικρό όμορφο τετραβάγγελο. Κάθε που ξαποσταίνανε ο Θανασάκης έβγαζε το τετραβάγγελο και το ξεσκόλιζε κουτσά στραβά. Με τα πολλά τον πήρανε στο χάζι τα παλληκάρια και του  το κολήσανε το παρωνύμι: «ο Θανασάκης ο Τετραβάγγελος».

Τον Θανασάκη δεν τον είχανε και πολύ πρακτική ανάγκη, έτσι άμαθος που ήτανε. Πιο πολύ βάρος τον κουβαλούσανε. Μα πού να τον διώξουνε πούτανε πεντάρφανος. Όλοι τον αγαπούσαν όμως. Ήτανε μαυριδερός και λιπόσαρκος. Γερός, από αρβανίτικη φάρα. Γέλαγε σαν κορίτσι και ό, τι τούλεγες τόκανε με την πρώτη.

Τότε ήταν που σκάρωσαν να μπουκάρουν στον μύλο κάτω στο ποτάμι για να κάνουν κλεψιά. Ήξεραν ότι τον φύλαγαν οι Τούρκοι τον μύλο μα δεν ήξεραν πόσους φρουρούς είχαν βάλει. Στείλανε τότε τον Θανασάκη τον Τετραβάγγελο να παραφυλάξει, να δει και νάρθει να τους πει.

Δεν τόχε όμως η μοίρα του να γίνει παλληκάρι και να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Κάτω στο ποτάμι παραφυλάξε πίσω από ένα βράχο. Να σου όμως που τον πήραν χαμπάρι και του την βαρέσανε. Τον βρήκε στο μερί. Πρόλαβε κι έτρεξε, κρύφτηκε στα θάμνα  και τους ξέφυγε, τον χάσανε. Το βράδυ ήρθε πάνω στο κονάκι κουτσαίνοντας. Έτρεμε κι ήτανε κατάχλωμος. Τον είχε βρει για τα καλά το βόλι στο πόδι ψηλά.

Μια βδομάδα τον είχανε τον Θανασάκη του θανατά. Δεν μπορούσε να κουνήσει, ούτε κι αυτοί ν’ αλλάξουνε θέση για προστασία. Μεγάλος κίνδυνος. Γιατρικά δεν είχανε. Έτρεμε απ’ τον πυρετό και το κρύο, το πόδι του είχε μπλαβιάσει, είχε σκληρύνει και βόγκαγε απ’ τον πόνο. Το τετραβάγγελο δεν το ξανάβγαλε να διαβάσει. Μέχρι να πεθάνει κουβέντα δεν έβγαλε. Ούτε ξαναγέλασε όπως γέλαγε σαν κορίτσι. Τα μάτια του είχανε μεγαλώσει κι ήτανε όμορφα και λυπητερά πάνω στα κόκαλα του προσώπου του. Στην μια βδομάδα πάνω, πέθανε ο Θανασάκης..

Αυτά θυμόταν ο Γέρος και η καρδιά του βάρυνε εκείνο το βράδυ. Έλεγε και ξανάλεγε με το μυαλό του, «ό, τι ημπορούσαμεν εκάναμεν. Λίγο- πολύ, αυτό ημπορούσαμεν. Δεν επέτυχε τελειωτικώς η Επανάσταση, αλλά ένα αλωνάκι μάς έμεινε λεύτερο να ζούμε ωσάν άνθρωποι. Και πόσα παλληκάρια, πόσες ψυχές θαφτήκαν για τούτο το αλωνάκι… Ψυχές ωσάν τον Θανασάκη με τα έμορφα μεγάλα μάτια, με το κατάμαυρο πληγιασμένο πόδι του, με αποκοτιά και οργή μέσα τους, με μάτι θολό απ’ τον γδικιωμό . Μ’ αυτές τις ψυχές λευτερώσαμε αυτό που λευτερώσαμε. Με τα λάθη και τα πισωγυρίσματα. Μ’ αυτή την πίκρα. Πώς να μην θυμηθώ τον Θανασάκη αυτές τις ώρες πούχω την ησυχία και την άνεσή μου; Τον Θανασάκη κι όλους τους τρελούς εκείνων των πρώτων, των δύσκολων χρόνων, όταν ελπίδα καμιά δεν φαινόταν κι ήμασταν μόνοι και έρημοι; Πού πηγαίναμε; Ποιος θα μας εγλίτωνε; Γιατί, το σίγουρο είναι τούτο: αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν»!

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *