6 Ιουνίου 1822: ο Κανάρης πυρπολεί τη τουρκική ναυαρχίδα

ΚΑΝΑΡΗΣ

Τραγωδία τῆς Χίου, Λαμπρὴ 1822, εἶχε ἀγανακτήσει ὅλους τοὺς ξεσηκωμένους Ἕλληνες. Πιὸ πολὺ τοὺς νησιῶτες.

Θέλησαν νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἀδικοχαμένους Ρωμιούς, κάνοντας ζημιὰ στὴν τούρκικη ἀρμάδα τοῦ Καραλῆ, αὐτὴ ποὺ ἀφάνισε τὴ Χίο καὶ βρισκόταν ἀραγμένη στὸ νησί.

Ὁ Ψαριανὸς Κωνσταντῆς Κανάρης1, Κανάριο ὅπως τὸν λέγαν οἱ πατριῶτες του, ἀποφασίζει νὰ πάει μὲ τὸ μπουρλότο του καὶ νὰ κάνει ζημιὰ στὴν ἀρμάδα. Θὰ εἶχε γιὰ συντρόφους του διαλεχτούς Ὑδραίους. Στὸ τιμόνι καὶ πάλι ὁ Μοραΐτης Γιάννος Θεοφιλόπουλος ἤ Καραβόγιαννος ἀπ’ τὰ Λαγκάδια ποὺ τὸν εἴδαμε στὴν Ἐρεσό, στὸ μπουρλότο τοῦ Παπανικολῆ.

Μαζὶ μὲ τὸν Κανάρη θὰ ἦταν κὶ ἄλλο ἕνα μπουρλότο. Μπουρλοτιέρης ὁ Ὑδραῖος Ἀντρέας Πιπίνος, ποὺ ἀπλὸς ναύτης εἶχε πάρει μέρος στὴν Ἐρεσὸ μὲ τὸν Παπανικολῆ. Κοντά του θὰ εἶχε καὶ τὸν ὕστερα ἡρωϊκὸ Ὑδραῖο μπουρλοτιέρη Ἀναστάση Ρομπότση.

Στὴν 1 Ἰουνίου 1822 ὅλοι οἱ μπουρλοτιέρηδες πῆγαν καὶ προσευχήθηκαν καὶ κοινώνησαν στὸν Ἅϊ Νικόλα.

– Σὺ καπετὰν Ἀντρέα, θὰ ριχτεῖς μὲ τὸ μπουρλότο σου στὸ Χασνὲ γκεμισὶ (ὑποναυαρχίδα) τοῦ καπετὰν μπέη Μουχτὰρ καὶ λόγου μου μὲ τὸ δικό μου στὸ Πασᾶ γκεμισὶ (τὴ ναυαρχίδα) τοῦ Καραλῆ.

Συμφώνησαν καὶ σαλπάρανε ἀπ’ τὰ Ψαρά. Κοντὰ γιὰ συντρομὴ τὰ καράβια τοῦ Ζάκα, τοῦ Ραφαλιᾶ, τοῦ Γιαννίτση καὶ τοῦ Κουτσούκου. Εἶχαν τὸν καιρὸ πρίμο. Μὰ ὁ ἀέρας ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ πέφτει καὶ τὰ μπουρλότα ἀπόμειναν μὲ κρεμασμένα πανιά, ξυλάρμενα. Τράβηξαν γιὰ τὴ Μυτιλήνη.

Πέντε μερόνυχτα γυρόφερναν τὰ μπουρλότα ἄπραγα. Στὶς 6 Ἰουνίου τὸ πῆρε γρεγολεβάντες. Ὁ καιρὸς ποὺ τοὺς ταίριαζε.

Ὁ Κανάρης ἀρπάζει τὸ χωνὶ (τηλεβόα) καὶ ξεφωνίζει στὸν Πιπίνο.

– Καπετὰν Ἀντρέα, καπετὰν Ἀντρέα! Θὰ πιάσουμε τὸ κάβο καὶ μετά τὸ μεσονύχτι θἄμπουμε στὸ λιμάνι τῆς Χιός.

– Μὲ τὴ γνώμη σου, καπετὰν Κανάριε, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Ὑδραῖος μπουρλοτιέρης.

Τὰ δυὸ μπουρλότα κρύφτηκαν σ’ ἕνα κάβο ὡς νὰ νυχτώσει.

Πηγμένο τὸ λιμάνι τῆς Χίου κι ἒξω, ἀπ’ τὰ καράβια τῆς ἀρμάδας. Στολισμένα ἦταν ὅλα γιατὶ γιόρταζαν τὸ Μπαϊράμι τους. Ὁ Καραλῆς, εἶχε προσκαλέσει στὴν καπιτάνα του ἄλλους καπεταναίους νὰ γιορτάσουν μαζί. Ἀπὸ κάθε καράβι ἀκούγονταν τραγούδια. Γιὰ νὰ χαροῦν τὸ γιορτάσι τους, στὸ πλωριὸ ἄλμπουρο εἶχε κρεμάσει μερικοὺς Χιῶτες!… Δυὸ χιλιάδες τρακόσες ψυχὲς βρίσκονταν κείνη τὴ νύχτα πάνω στὴν καπιτάνα.

Μεσονύχτι. Τὸ φεγγάρι ἦταν στὴ χάση του. Τὸ δυὸ μπουρλότα βγῆκαν ἀπ’ τὸν κάβο καὶ ξεκίνησαν μέσα στὸ σκοτάδι μὲ ρότα (γραμμὴ) κατὰ τὸ λιμάνι τῆς Χίου.

Οἱ μπουρλοτιέρηδες βρίσκουν σχεδὸν δρόμο ἀνοιχτό. Γιατὶ οἱ Τοῦρκοι γιόρταζαν τὸ Μπαϊράμι τους κι ἄφησαν τὴ θάλασσα ἀφύλαχτη.

Ὁ Πιπίνος φέρνει τὸ μπουρλότο του κατὰ τὰ μαΐστρο (δυτικὸ) μὲ τὸ σκοπὸ νὰ τὸ κολλήσει στὸ Χασνὲ γκεμισὶ ποὺ βρισκόταν ἀραγμένο κατὰ κεῖ.

Ὁ Κανάρης τραβάει κατὰ τὸ λεβάντε (ἀνατολικὸ) ποὺ ἦταν ἀραγμένο τὸ Πασᾶ γκεμισί. Σωστὸ κάστρο τὸ τρικάταρτο ντελίνο τοῦ Καραλῆ ποὺ τὸ λέγαν «Μπουρλότα Σαϊμάζι» δηλαδὴ καταφρονάει τὰ μπουρλότα. Μὰ καὶ τὸ ντελίνι τοῦ Μουχτὰρ δὲν εἶναι πιὸ μικρό!

Ἕνα δυνατὸ τρακάρισμα καὶ τὸ ντελίνι ταρακουνήθηκε. Τόσο ἀναπάντεχο, ποὺ πολλοὶ ἀπ’ τοὺς Τουρκαλάδες πέσανε ἀνάσκελα. Τὸ μπομπρέσσο (λοξὸ κατάρτι) τοῦ μπουρλότου χώθηκε ὅλο μέσα στὴν μπουκαπόρτα τῆς καπιτάνας.

Οἱ Ἕλληνες μὲ μιᾶς ρίχνουν τοὺς γάτζους μὲ ἁλυσίδες καὶ δένουν κολλητὰ τὸ μπουρλότο μὲ τὴν καπιτάνα.

– Ρίξτε τὴ σκαμπαβία (βάρκα) στὸ νερὸ καὶ κατεβῆτε ὅλοι σας, προστάζει στὰ σύντομα ὁ Κανάρης.

Οἱ ναύτες ὑπακοῦνε.

Ὁ Κωσταντῆς στὸ ἀριστερό χέρι βαστάει τὸ «μπουτοφάγο» δαυλὸ ἀναμένο στὴν ἄκρη. Βάζει φωτιὰ στὰ φυτίλια τοῦ μπουρλότου. Στὸ δεξὶ μιὰ κουτάλα σιδερένια. Μὲ τούτη παίρνει μερικὰ ἀναμμένα κάρβουνα ἀπ’ τὴ φουφοῦ καὶ τὰ ρίχνει στὶς μίνες τῆς μπαρούτης. Πετάει τὴν κουτάλα, κάνει τὸ σταυρό του καὶ μὲ φωνὴ σταθερὴ λέει:

– Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου!

Τὸ μπουρλότο παίρνει φωτιά. Φλόγες ξεπετιῶνται ἀπὸ παντοῦ κι ἀρχίζουν νὰ γλύφουν τὰ πλάγια τῆς καπιτάνας. Ὁ Κανάρης πηδάει στὴ βάρκα ποὺ μὲ καρδιοχτύπι τὸν προσμένουν οἱ συντρόφοι του.

Οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι καὶ ξαφνιασμένοι τρέχουν στὴν κουβέρτα τῆς καπιτάνας ξεφωνίζοντας:

– Γιαγκὶν (φωτιά). Ἀτὲς γκεμισὶ (μπουρλότο). Γκιαουρλὰρ (Ἕλληνες).

Ἄδικα οἱ γεμιτζῆδες πολεμᾶνε νὰ ξεκολλήσουν καὶ νὰ ξεμακρύνουν ἀπ’ τὸ μπουρλότο. Τὸ ντελίνι εἶναι καταδικασμένο.

Οἱ Ἕλληνες μὲ τὴ βάρκα τους ἀρχίζουν νὰ λάμνουν. Πρέπει νὰ ξεμακρύνουν τὸ πιὸ γρήγορο.

Ἡ βάρκα τους κάνει λίγο παρέκει καὶ ὕστερα μένει ἀκίνητη. ἀνώφελα λάμνουν οἱ Ἕλληνες. Ἡ καρίνα τους ἔχει πιάσει στὶς καδένες (χοντρὲς ἁλυσίδες) καὶ τοὺς κάβους (χοντρὰ σκοινιὰ) ποὺ εἶναι δεμένη ἡ καπιτάνα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει. Στέκει κολλημένη λὲς καὶ τὴ βαστάει στὸν τόπο ἕνα ἄφαντο χέρι. Στὸ μεταξὺ οἱ Τοῦρκοι ἀδειάζουν καταπάνω τους τὰ τρομπόνια τους.

Δύσκολη ἡ στιγμὴ γιὰ τοὺς μπουρλοτιέρηδες. Μὰ δὲν τὰ χάνουν. Μὲ τοὺς ναυτικοὺς μπαλντάδες τους κόβουν τὰ σκοινιά, παραμερίζουν τὶς καδένες. Ὅλοι λάμνουν μὲ δύναμη. Καταφέρνουν νὰ ξεκολλήσουν. Ἀρχίζουν νὰ προχωροῦν καὶ νὰ ἀλαργεύουν.

Στὴν καπιτάνα οἱ φλόγες στὰ γρήγορα ξαπλώνονται καὶ τρῶνε ὅ,τι βρίσκουν στὸ δρόμο τους. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ ν’ ἀνακόψει τὴν κορωμένη φωτιά. Λαμπάδιασε ἀπὸ παντοῦ. Τὰ κανόνια ζεσταίνονται, κοκκινίζουν κι ἀρχίζουν νὰ παίρνουν μονάχα τους φωτιά. Ὀγδονταπέντε κανόνια βροντολογᾶνε κι οἱ πυρωμένοι γκιουλέδες (μπάλες) κάνουν τοὺς Τούρκους νὰ τὰ χάσουν ἀπ’ τὴν τρομάρα τους.

Ὁ Κανάρης πηδάει στὴ βάρκα ποὺ μὲ καρδιοχτύπι τὸν προσμένουν οἱ σύντροφοί του...

Ὁ Κανάρης πηδάει στὴ βάρκα ποὺ μὲ καρδιοχτύπι τὸν προσμένουν οἱ σύντροφοί του…

Ὅσα καράβια βρίσκονται πλάϊ στὸ Πασᾶ γκεμισί, κόβουν τὶς ἄγκυρες καὶ πασχίζουν βιαστικὰ νὰ ξεμακρύνουν, νὰ γλιτώσουν ἀπ’ τὴ γειτονικὴ φωτιά. Ἕνα γαλιόνι (μικρὸ καράβι) δὲν προκάνει. Ἀρπάζει κι αὐτὸ φωτιά. Οἱ φλόγες του φτάνουν στὴ μπαρουταποθήκη. Ἀνατινάζεται τὸ γαλιόνι καὶ γεμίζει ἡ θάλασσα ἀποκαΐδια.

Γλυτωμὸ δὲν ἔχει πιὰ τὸ ὄμορφο τρικάταρτο ντελίνι, ἡ «Μπουρλότα Σαϊμάζι». Μὲ τὸ στανιὸ βάζουν σὲ βάρκα τὸν Καραλῆ νὰ γλιτώσει στὴ στεριά. Δὲν προκάνει. Τὸ πλωριὸ κατάρτι τριζοβολάει, γέρνει καὶ γκρεμίζεται πάνω στὴ βάρκα. Βρίσκει τὸν Καραλῆ στὴ μέση καὶ τοῦ σπάζει τὴ ραχοκοκκαλιά. Τὸν λαβώνει βαριά.

Τὸ κατάρτι ποὺ σωριάστηκε καὶ τὸν χτύπησε τοῦ θανάτου, ἦταν αὐτὸ ποὺ εἶχε κρεμάσει τοὺς Χιῶτες! Πληρώθηκε ὁ καπιτὰν πασᾶς μὲ τὸ παραπάνω…

Πλημμυρισμένο στὰ αἵματα τὸν βγάλανε στὴ στεριὰ ὅπου ξεψύχησε. Τὸν θάψανε πάνω στὸ κάστρο ποὺ ὁ τάφος του ἀκόμα καὶ σήμερα σώζεται.

Τὸ ντελίνι καίγεται ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές. Ἡ νύχτα γίνεται μέρα. Ἡ ἀντιγεφφιά του ἁπλώνεται σ’ ὅλο τὸ νησὶ καὶ φτάνει ὡς τὰ Ψαρὰ καὶ ὡς τὴ Σμύρνη.

Οἱ Ἕλληνες μὲ τὴ σκαμπαβία τους ὅλο καὶ ξεμακραίνουν. Γιὰ μιὰ στιγμὴ σταματᾶνε. Ἀπ’ τὰ ξέμακρα ἀγναντεύουν αὐτὸ τὸ πρωτόθαντο θέαμα. Ὁ Κανάρης δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ θαυμασμό του.

– Νά, τούτη εἶναι φωτοχυσία μιὰ φορά! λέει στοὺς συντρόφους του.

– Αὐτοί, φτύνουν τὶς χοῦφτες τους, ἁρπάζουν τὰ κουπιὰ κι ἀρχίζουν νὰ ξαναλάμνουν.

Ὁ Πιπίνος δὲ στάθηκε τυχερός, ὅσο ὁ Κανάρης. Κόλλησε κι αὐτὸς τὸ μπουρλότο του στὸ Χασνὲ γκεμισὶ τοῦ Μουχτάρ. Ἔβαλε φωτιὰ κι ἂρχισαν οἱ φλόγες νὰ γλύφουν τὸ τούρκικο ντελίνι. Στὴ βιασύνη του ὅμως, δὲ σιγούρεψε δένοντας καλὰ τὸ μπουρλότο μὲ τὸ ὀθωμανικὸ πλεούμενο. Οἱ Τοῦρκοι κατάφεραν νὰ τὸ ἀποκόψουν καὶ νὰ το ξεκολλήσουν. Τράβηξαν τὸ ντελίνι τους κατὰ τὴ στεριά.

Τὸ μπουρλότο τοῦ Πιπίνου λαμπαδιασμένο τὸ ἔφερνε ὁ ἀέρας ἄλλοτε δῶ καὶ ἄλλοτε κεῖ, ὥσπου τὸ ἔριξε σὲ μιὰ ξέρα καὶ κάηκε.

Μπορεῖ ὁ Ὑδραῖος μπουρλοτιέρης νὰ μὴν κατάφερε νὰ κάψει τὸ Χασνὲ γκεμισί, τοῦ ἔκανε ὅμως μεγάλη ζημιά. Ὅπως σφηνώθηκε τὸ μπουρλότο στὸ τούρκικο ντελίνι τοῦ Μουχτάρ, τοῦ ἄνοιξε μεγάλη τρύπα. Δὲν μπόρεσαν νὰ τὴν κλείσουν. Μπῆκαν τόσα νερὰ στὸ καράβι ποὺ γίνηκε πιὰ ἄχρηστο. Βούλιαξε στὸ ἀκροθαλάσσι. Καὶ τὸ ὅτι καὶ τὸ δεύτερο αὐτὸ ντελίνι χάθηκε, τὸ ἀναφέρει κι ὁ θαλασσομάχος ναύαρχος Μιαούλης, ποὺ περνώντας ἀπὸ κεῖ τὸ εἶδε ὁ ἴδιος: «εἴδομεν καὶ τὰ λείψανά των, τόσον καὶ αὐτὸ ποὺ ἐκάηκε ὡς καὶ τὸ βουλιασμένο ὅπου ἤμεθα εἰς ἀμφιβολίαν…» Ἔτσι δικαιώθηκε κι ὁ Ἀντρέας Πιπίνος.

Τὸ ἀντιφέγγισμα ποὺ ἔφτασε ἀπ’ τὴ Χίο στὰ Ψαρά, ἔκανε τοὺς Ψαριανοὺς νὰ καταλάβουν πὼς τὰ μπουρλότα τους πέτυχαν. Ἀνάστατο τὸ νησί. Μὲ ντουφεκιὲς δέχτηκαν αὐτὸ. Χαρμόσυνα σήμαιναν οἱ καμπάνες. Κι ὅταν φάνηκε τὸ καράβι τοῦ Ραφαλιᾶ ποὺ εἶχε μὲσα τοὺς μπουρλοτιέρηδες, ψυχὴ δὲν ἔμεινε σπίτι. Ὅλοι τους κατέβηκαν στὸ μουράγιο νὰ τοὺς δεχτοῦν. Μπροστὰ τὰ ἑξαπτέρυγα, τὰ λάβαρα, ἡ σημαῖα τοῦ νησιοῦ. Χρυσοφορεμένοι οἱ παπάδες, βαστώντας τὸ θυμιατῆρι, τὸ Εὐαγγέλιο, τὶς εἰκόνες. Ὅλη ἡ Βουλὴ τῶν Ψαρῶν, οἱ προεστοὶ κι οἱ καπεταναῖοι, καὶ στὴ μέση ὁ καπετὰν Ἀντρέας Μιαούλης.

Σὰν βγῆκαν στὴ στεριά, μὲ κλάματα τοὺς δέχτηκαν οἱ Ψαριανοὶ καὶ τοὺς ραίνανε μὲ δαφνόφυλλα. Ὅλοι τράβηξαν γιὰ τὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Ἅϊ Νικόλα. Γίνεται μιὰ εὐχαριστήρια δοξολογία κι ὁ παπᾶ Κύριλλος βγάζει λόγο καὶ στολίζει μὲ παινέματα τοὺς μπουρλοτιέρηδες.

Καὶ τὸ ἀπόβραδο τοῦ γιαλοῦ τὰ κρασοπουλειὰ κι οἱ ψαροταβέρνες γεμᾶτες ἀπὸ χαροκόπους. Γενικὸ ξεφάντωμα. Ἀκόμα καὶ στὰ σπίτια.

Καὶ τότε πρωτακούστηκε τοῦτο τὸ λαϊκὸ δίστιχο:

«Μπουρλότο ἀπ’ τὴν Ὕδρα, μπουρλότο ἀπ’ τὰ Ψαρὰ
ἐπῆγαν καὶ συγκάψαν τὰ γένεια τοῦ πασᾶ».

Σὲ λίγο ἁπλώθηκε παντοῦ, κι ἄλλο ἀπ’ αὐτὸ δὲν τραγουδοῦσαν.

***

Ο Ιωάννης Θεοφιλόπουλος ως σημαιοφόρος στο πλευρό του Κωνσταντίνου Κανάρη (Αίθουσα Ελευθέριος Βενιζέλος, Μέγαρο Ελληνικού Κοινοβουλίου). Πηγή: wikipedia.org

Ο Ιωάννης Θεοφιλόπουλος ως σημαιοφόρος στο πλευρό του Κωνσταντίνου Κανάρη (Αίθουσα Ελευθέριος Βενιζέλος, Μέγαρο Ελληνικού Κοινοβουλίου).
Πηγή: wikipedia.org

Σ’ ὅλο τοῦτο τὸ ξεφάντωμα, ἕνας μονάχα δὲν πῆγε. Ἦταν ὁ Μοραΐτης Γιάννης Θεοφιλόπουλος, ὁ Καραβόγιαννος. Αὐτὸς εἶχε κυβερνήσει τὸ μπουρλότο τοῦ Παπανικολῆ στὴν Ἐρεσὸ καὶ τώρα τοῦ Κανάρη στὴ Χίο. Καὶ στὸν τιμονιέρη χρωστοῦσαν πολλά. Γιατὶ κεῖνος μ’ ἐπιδέξιες μανοῦβρες ἔφερνε τὸ μπουρλότο στὸ μέρος ποὺ ἤθελε. Κι ὅμως γι’ αὐτὸν λόγο κανεὶς δὲν ἔκανε. Δίκαια λοιπὸν νὰ στέκει παράμερα χολιασμένος.

Καὶ σὲ δυὸ μῆνες, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1822, ὁ Θεοφιλόπουλος ἔφυγε ἀπ’ τὰ Ψαρὰ καὶ πῆγε στὸ χωριό του τὰ Λαγκάδια. Θὰ ἄφηνε πιὰ γιὰ πάντα τὴ θάλασσα καὶ θὰ ἀγωνιζόταν στὴ στεριά.

Μὲ πενῆντα παλληκάρια, πῆγε στὸ σῶμα τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη καὶ πῆρε μέρος στὸ Μεσολόγγι. Ὕστερα πολέμησε κοντὰ στὸ Γενναῖο Κολοκοτρώνη. Τὼρα πιὰ δὲν τὸν φώναζαν Καραβόγιαννο, μὰ Τσακαλόγιαννο.

ΠΗΓΗ

Related posts:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *