28 Απριλίου 1821, o Οπλαρχηγός Μελέτης Βασιλείου σηκώνει τη σημαία της Επαναστάσεως στο τουρκικό κέντρο Διοικήσεως Αθηνών

280417-meletis-vasileiouΟι χωρικοί της Αττικής  επαναστατούν κατά του Οθωμανικό ζυγού. Μια επέτειος ξεχασμένη από το επίσημο κράτος, άγνωστη στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά γνωστή στα χωριά των ξωτάρηδων, όπως υποτιμητικά αποκαλούσαν οι Αθηναίοι τους χωρικούς της Αττικής.196 χρόνια πέρασαν  από τότε που Χασιώτες, Μενιδιάτες, Μεσογείτες, με κύριο αρχηγό τον Χασιώτη Μελέτη Βασιλείου, με ελάχιστο οπλισμό και με διάφορα γεωργικά εργαλεία, αξίνες  και  σκεπάρνια  ύψωναν το ανάστημά τους  στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που τους καταδυνάστευε επί 4 αιώνες.

Σημαντικότατη βοήθεια έδωσαν στους επαναστάτες της Αττικής οι  Κουλουριώτες δηλαδή οι Σαλαμίνιοι, οι Αιγινήτες, οι Υδραίοι , οι Θερμιώτες  όπως αποκαλούνταν οι Κυθνιοί και άλλοι πολλοί.

Δυστυχώς οι εσωτερικές έριδες, η κατάρα του ελληνικού γένους, πάντα υπό τις ευλογίες των ξένων δυνάμεων, οι προδοσίες, οι φυλακίσεις οι  δολοφονίες δεν μπορούσαν να αφήσουν απ έξω τον καπετάν Μελέτη Βασιλείου όπου έχασε τη ζωή του, το 1826  όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά  δολοφονήθηκε κάτω από μια ελιά, από αδερφικό χέρι την ώρα που κοιμόταν.

 

Η Σημασία της απελευθέρωσης των Αθηνών στην Επανάσταση
Για την απελευθέρωση της πόλης των Αθηνών έχουν γραφτεί αρκετά. Έχουν γραφτεί όμως ελάχιστα για τη σημασία της απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών σε επιχειρησιακό επίπεδο για τη Ρούμελη και – κυρίως- για τη σημασία της σε στρατηγικό επίπεδο για ολόκληρη την επικράτεια.

Για να κατανοήσουμε τον κομβικό ρόλο της Αττικής, θα ξεκινήσουμε την αφήγηση από το καλοκαίρι του 1820, όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τη Ζάκυνθο που βρίσκονταν επισκέφθηκε τον Καποδίστρια στην Κέρκυρα και του παρουσίασε το τελικό πολεμικό σχέδιο σε στρατηγικό επίπεδο για ολόκληρη την επικράτεια: Ο Καποδίστριας θα κέρδιζε διπλωματικό χρόνο για την επανάσταση, ο Υψηλάντης θα αγκίστρωνε σημαντικές Τουρκικές δυνάμεις στη Μολδοβλαχία από το φόβο της εμπλοκής των Ρώσων, οι ναυτικοί του Αιγαίου θα απέκοπταν τις θαλάσσιες γραμμές εφοδιασμού από τα Μικρασιατικά παράλια προς τον Ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, οι επαναστάτες στη Ρούμελη, στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία,  θα ανέκοπταν την κάθοδο Τουρκικών δυνάμεων προς το νότο και την Πελοπόννησο, ενώ ο Κολοκοτρώνης θα δημιουργούσε γρήγορα στρατιωτικά τετελεσμένα στο Μωριά. Στη συνέχεια ο Γέρος με τους Μωραίτες θα βάδιζε προς βορρά, βοηθώντας στην αντεπίθεση των Ελλήνων για την απελευθέρωση της Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Ο Καποδίστριας ενέκρινε το σχέδιο και ο Κολοκοτρώνης επέστρεψε στη Ζάκυνθο, απ’ όπου έστειλε χιλιάδες επιστολές και μηνύματα σε οπλαρχηγούς και φιλικούς, με οδηγίες για την επανάσταση σε ολόκληρη την επικράτεια. Το βάρος έπεφτε πάνω στον Κολοκοτρώνη που έπρεπε πολύ σύντομα να απελευθερώσει το Μωριά και να κινηθεί στη συνέχεια προς βορρά. Σημείο κλειδί γι’ αυτό ήταν οπωσδήποτε η απαγόρευση καθόδου τουρκικών χερσαίων δυνάμεων από τη Ρούμελη στο Μωριά, για ενίσχυση των εκεί ομοεθνών τους, αλλά και η μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων από τα Μικρασιατικά παράλια προς τις ακτές τις Ρούμελης και του Μωριά. Το έδαφος της Ρούμελης φυλάσσονταν επαρκώς από εξαίρετους οπλαρχηγούς όπως ο Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Καραϊσκάκης και ο Αθανάσιος Διάκος. Οι ακτές του Μωριά, σύμφωνα με το σχέδιο του Κολοκοτρώνη, είχαν αποκλεισθεί επαρκώς από τους Υδραίους και Σπετσιώτες. Ο μόνος κίνδυνος επομένως ήταν οι ακτές της Ρούμελης και κυρίως το Φάληρο και το λιμάνι της Λεψίνας (Ελευσίνας) όπως το αποκαλούσε ο Κολοκοτρώνης. Για το λόγο αυτό λοιπόν, η άμεση κατάληψη της πόλης των Αθηνών και ο έλεγχος των δύο επινείων της  (Φάληρο και Λεψίνα) ήταν στρατηγικής σημασίας για τον Κολοκοτρώνη. Παράλληλα, ο σιτοβολώνας του λεκανοπεδίου της Αττικής και του Θριασίου Πεδίου εξασφάλιζαν το απαραίτητο στρατηγικό βάθος για ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και ζώα για τις Μωραίτικες δυνάμεις του Κολοκοτρώνη που, αφού θα είχαν απελευθερώσει γρήγορα το Μωριά, θα ανέβαιναν προς βορρά για τη μεγάλη αντεπίθεση των Ελλήνων που θα έφτανε μέχρι τη Θεσσαλία. Εκεί, ανεφοδιαζόμενοι οι Έλληνες από το Θεσσαλικό Κάμπο, θα συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο προς Μακεδονία και Κωνσταντινούπολη.

Η μέχρι σήμερα έρευνα δεν έχει φέρει στο φως γραπτά τεκμήρια για διαταγές του Κολοκοτρώνη προς τους οπλαρχηγούς των Αθηνών. Από τη συγκριτική μελέτη όμως των τακτικών που εφάρμοσαν, κυρίως ο Καπετάν Μελέτης Βασιλείου, προκύπτει ξεκάθαρα η ένταξη των τακτικών που ακολούθησαν σε ένα γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό, που εμφανώς εξυπηρετούσε το στρατηγικό σχεδιασμό που αναφέρθηκε παραπάνω.

Η Αθήνα ήταν πόλη περιτοιχισμένη με τείχος και μεγάλο κάστρο. Είχε πληθυσμό που απαρτίζονταν από σχεδόν δώδεκα χιλιάδες χριστιανούς Έλληνες και περίπου τετρακόσιες τουρκικές οικογένειες. Τον πρώτο μήνα της Επανάστασης στην Αθήνα δεν σημειώθηκαν αψιμαχίες, αλλά οι Τούρκοι ήταν σε αναβρασμό και άρχισαν να προετοιμάζονται, εξαιτίας των γεγονότων στην Πελοπόννησο. Η βασική ενέργεια προπαρασκευής των Τούρκων ήταν να αναθέσουν στον ηγέτη των Δερβενοχωριτών της Χασιάς Χατζή – Μελέτη Βασιλείου την άδεια να συγκροτήσει ένοπλο σώμα από Χασιώτες και Μενιδιάτες για την προστασία των Αθηνών. Αλλά αυτό ήταν και το λάθος τους. Από τον τρόπο που έδρασε ο Καπετάν Μελέτης εξαπατώντας τους Τούρκους, ο οποίος ήταν πανομοιότυπος με τον τρόπο που έδρασε και στη Λειβαδιά ο Αθανάσιος Διάκος, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι και οι δύο αυτοί Καπεταναίοι έδρασαν στη βάση του γενικότερου σχεδίου του Κολοκοτρώνη (εφόσον για το Διάκο υπάρχουν τεκμήρια για τις οδηγίες που είχε από το Γέρο, συνάγεται ότι αντίστοιχα θα πρέπει να υπήρχαν οδηγίες και προς τον Καπετάν Μελέτη, εκτός και αν  υπήρξε απευθείας επαφή Διάκου – Καπετάν Μελέτη).

Το μικρό ένοπλο σώμα του Καπετάν Μελέτη που φρουρούσε τα στενά της Οσγιάς (Πάρνηθας) γρήγορα αυξήθηκε σε περισσότερους από χίλιους άνδρες, οι οποίοι άρχισαν τις λεηλασίες τούρκικων κτημάτων. Ο Μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος κατέφυγε στη Λειβαδιά, στη Μονή Αγίας Παρασκευής, όπου ευλόγησε τη σημαία του Αθανάσιου Διάκου. Στο άκουσμα της είδησης, οι φοβισμένοι Τούρκοι των Αθηνών ζήτησαν τη σφαγή των Αθηναίων προκρίτων. Οι πρώτες συλλήψεις έγιναν το βράδυ της 9ης Απριλίου, όταν οι Χριστιανοί επέστρεφαν από τη λειτουργία της Ανάστασης, όπου συνελήφθησαν οι τρεις πρόκριτοι των Αθηνών, Προκόπιος Βενιζέλος, Άγγελος Γέροντας και Παλαιολόγος Βενιζέλος, καθώς και άλλοι εννέα άρχοντες και κληρικοί. Παράλληλα σφραγίστηκε το κάστρο των Αθηνών.

Στις 18 Απριλίου 1821 ο Καπετάν Μελέτης συνέτριψε στον Κάλαμο της Αττικής τις μικρές ενισχύσεις που έστειλαν οι Τούρκοι της Εύβοιας, ενώ την ίδια στιγμή κατέφθασε από τη Λειβαδιά και ο Γενικός Αρχηγός της επαναστατημένης Αττικής, ο Δήμος Αντωνίου, γενναίος πατριώτης, ένθερμος αγωνιστής και απόστολος της Φιλικής Εταιρείας. Στις 25 Απριλίου 1821 ο επαναστατικός στρατός του Καπετάν Μελέτη Βασιλείου κατέλαβε σχεδόν χωρίς αντίσταση την Αθήνα και οι Τούρκοι αποτραβήχτηκαν στην Ακρόπολη. Ο Καπετάν Μελέτης εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο και στις 28 Απριλίου 1821 ύψωσε με επίσημη τελετή τη σημαία της Ελευθερίας. Δυστυχώς όμως, λίγες ημέρες μετά φονεύεται ο Δήμος Αντωνίου σε μια μικρή αψιμαχία έξω από τα τείχη, αφήνοντας πλέον μόνο του και χωρίς πολιτική κάλυψη τον Καπετάν Μελέτη, ο οποίος ήταν μεν ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης, αλλά δεν ήταν αποδεκτός από το κατεστημένο των προκρίτων των Αθηνών. Η προσωπικότητα του λαϊκού αγωνιστή  Καπετάν Μελέτη προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις στους προκρίτους των Αθηνών, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν για αρχηγό έναν «ξωτάρη» (χωρικό).

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, υποκύπτοντας στις επίμονες απαιτήσεις των Αθηναίων προκρίτων, απέστειλε τον Λιβέρη Λιβερόπουλο, στον οποίο οι Αθηναίοι έκαναν ενθουσιώδη υποδοχή. Ο Ιωάννης Φιλήμων γράφει χαρακτηριστικά «Οι Αθηναίοι υπερεθαύμαζον αυτόν και εν πάση διαταγή έκλινον τον αυχένα, όπως εξασθενίσωσι τον Μελέτην. Οι οπλαρχηγοί ωσαύτως υπερεκολάκευον αυτόν, όπως συστηθώσι παρά τω Υψηλάντη και ανωτέρας τύχωσι τύχης».

Τη νύχτα της 1ης προς 2α Ιουλίου 1821 οι πολιορκημένοι στην Ακρόπολη Τούρκοι διενήργησαν έξοδο, αλλά οι Υδραίοι που φυλούσαν το λόφο του Φιλοπάππου τους ανάγκασαν να ξαναγυρίσουν στην Ακρόπολη. Οι προσπάθειες του Λιβερόπουλου να πείσει τους Τούρκους να παραδοθούν δεν είχαν αποτέλεσμα, γιατί διαδόθηκε η φήμη ότι καταφθάνει με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο Ομέρ Βρυώνης.

Στις 18 Ιουλίου, ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε από την Εύβοια μια ισχυρή τουρκική δύναμη τριών χιλιάδων πεζών και δύο χιλιάδων ιππέων, καταλαμβάνοντας το Λιάτανι της Αττικής. Εκεί προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει ο αποδυναμωμένος από το κατεστημένο των Αθηνών Καπετάν Μελέτης, αλλά δεν τα κατάφερε, ενώ σε λίγο κατέφθασε και ο ίδιος ο Ομερ Βρυώνης και στρατοπέδευσε στα Πατήσια. Οι Αθηναίοι και ο αρχηγός τους Λιβερόπουλος, μόλις άκουσαν ότι ο Καπετάν Μελέτης δεν κατάφερε να νικήσει στο Λιάτανι, αντί να οργανωθούν στην οχυρωμένη Αθήνα με το τείχος και το κάστρο της, πήραν τα νοικοκυριά (!) και τις οικογένειές τους και κατέφυγαν έντρομοι στη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Δημ. Καμπούρογλου «Η φυγή αύτη ήτο πράγματι αδικαιολόγητος για την περίστασιν. Ολίγη πρόνοια και στιβαρά διοίκησις των πολεμικών και πολιτικών πραγμάτων της χώρας ήθελε δοκιμάσει και μετ’ αυτήν ακόμα την αποτυχίαν του Λιάτανι, την μεγίστην ελπίδα επιτυχίας. Αλλ’ ο Λιβέριος, ήκιστα κατηρτισμένος δια παρομοίας περιστάσεις, αντί να ηγηθεί της αμύνης, ακολούθησεν άκων την έξοδον των Αθηναίων, εγκατασταθείς δε μετ’ αυτών εις Αίγιναν κατεγίνετο μόνον να παρηγορεί τους χειμαζόμενους Αθηναίους».

Ο Ομέρ Βρυώνης εισήλθε στην ερημωμένη Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1821 και ενώθηκε με τους Τούρκους της Ακρόπολης, οι οποίοι τον υποδέχτηκαν με πανηγυρισμούς. Γύρω από την Αθήνα είχαν μείνει μικρά ένοπλα τμήματα Ελλήνων επαναστατών που προκαλούσαν φθορά στο τουρκικό στράτευμα με τακτικές ανταρτοπολέμου. Εξοργισμένος ο Ομέρ Βρυώνης προσπάθησε να τους διαλύσει με ισχυρή δύναμη ιππικού. Σημειώθηκαν δύο συμπλοκές κοντά στο χωριό Δραγουμάνου με τα σώματα των οπλαρχηγών Αναστάσιου Λέκκα από την Αθήνα και του Μήτρου Σκευά από τη Χασιά. Στη δεύτερη συμπλοκή μάλιστα κινδύνεψε να σκοτωθεί και ο ίδιος ο Ομέρ Βρυώνης από τον Αθηναίο αγωνιστή Δήμο Ρουμπέση, αλλά σώθηκε από το σωματοφύλακά του, που τον σκότωσε ο Ρουμπέσης και ύστερα κυκλωμένος από τους Τούρκους έπεσε ηρωικά. Ο Ομέρ Βρυώνης, φοβούμενος ότι θα κυκλωθεί από τα στρατεύματα του Νικηταρά και του Μαυρομιχάλη, που μετά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) είχαν προωθηθεί στη Ρούμελη, ενίσχυσε τη φρουρά της Ακρόπολης με 300 ιππείς και έφυγε με όλο το στρατό του.

Μπροστά στις θετικές αυτές εξελίξεις, ο Υψηλάντης όρισε τον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιό του Πετρόμπεη, ως Στρατιωτικό Αρχηγό της Αθήνας. Στο μεταξύ η Αττική είχε ξεσηκωθεί με επίκεντρο τη Μονή Βρανά και το φλογερό ηγούμενό της Γαβριήλ Αναστασίου. Ακολούθησε η αιματηρή σύγκρουση στη ρεματιά του Χαλανδρίου, όπου οι Τούρκοι συνετρίβησαν και επέστρεψαν στην Ακρόπολη. Τα στρατεύματα της Αττικής κατέλαβαν και πάλι την πόλη των Αθηνών και άρχισε η δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης. Κομβικό σημείο στην πολιορκία ήταν η κατάληψη του Σερπετζέ (Ωδείο Ηρώδη Αττικού), στην οποία πρωτοστάτησε ο επικεφαλής των Αθηναίων Παναγής Κτενάς. Η επιχείρηση κατάληψης ήταν δύσκολη, γιατί τα τείχη ήταν ψηλά και οχυρωμένα με πυροβόλα. Όπως γράφει και ο Ιωάννης Φιλήμων «ουδέποτε υπελόγιζον οι Τούρκοι ως δυνατήν την εξ εφόδου κυρίευσιν και κατοχήν του Σερπετζέ, ως φύσει και θέσει δυσπόρθητου. Και όμως η τύχη αυτών εξήρτητο εκ μόνου του Σερπετζέ, διότι στερουμένη τούτου εξήντλουν τάχιστα το ολίγον ύδωρ των δύο δεξαμενών και ολίγας ελπίδας είχον εκ των βροχών». Μετά από μια επική έφοδο, οι Έλληνες κατέλαβαν το Σερπετζέ στις 13 Νοεμβρίου 1821, καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα σχεδόν και τα τείχη των Προπυλαίων.

Η κατάληψη της Ακρόπολης ήταν πλέον επιτακτική, γιατί μετά την άλωση της Τριπολιτσάς και την ταχύτατη παράδοση των φρουρίων του Μωριά στο Κολοκοτρώνη, οι Τούρκοι ξεκίνησαν τη μεγάλη αντεπίθεσή τους από δύο άξονες: Ο πρώτος άξονας από την Ήπειρο, όπου ο τουρκικός στρατός πολιόρκησε το Μεσολόγγι και ο δεύτερος (και ισχυρότερος) άξονας ήταν από τη Μακεδονία, όπου ο φοβερός Δράμαλης Πασάς πέρασε με μια πανίσχυρη στρατιά 40.000 τούρκων προς τη Ρούμελη και το Μοριά έτοιμος να καταπνίξει την Επανάσταση. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, κατόπιν διαταγής του Κολοκοτρώνη και παρά την υπονόμευση του Άρειου Πάγου (πολιτική διοίκηση της Ρούμελης), ο Ανδρούτσος και ο Νικηταράς συγκρότησαν στη Ρούμελη  μια γενικότερη δύναμη καλύψεως, που προσπάθησε να επιβραδύνει την κάθοδο του Δράμαλη μέχρι την κατάληψη της Ακρόπολης των Αθηνών και την αμυντική οργάνωση της πόλης. Ήρθαν έτσι οι νίκες στην Αγία Μαρίνα και στη Στυλίδα, στις αρχές Απριλίου 1822. Σημειώνεται ότι ενώ ο Ανδρούτσος και ο Νικηταράς πολεμούσαν στη Στυλίδα χωρίς καμία βοήθεια από τον Άρειο Πάγο, ο Άρειος Πάγος έστελνε μυστικά μηνύματα στο Νικηταρά να δολοφονήσει τον Ανδρούτσο και αντίστοιχα στον Ανδρούτσο να δολοφονήσει το Νικηταρά. Δεν γνώριζαν όμως την αδελφική φιλία μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι είχαν φανερώσει ο ένας στον άλλο την ύπαρξη των μηνυμάτων!

Στο μεταξύ, είχε καταφτάσει στην Αθήνα ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, υπό την αρχηγία του οποίου οι Έλληνες προσπάθησαν να πάρουν  την Ακρόπολη, χωρίς όμως επιτυχία στην αρχή. Στις 18 Απριλίου 1822 άνοιξαν μεγάλο υπόνομο και με τη βοήθεια 30 φιλελλήνων με επικεφαλής το Γάλλο αξιωματικό Βουτιέ και 50 ακόμα γενναίους Κεφαλλονίτες κατόρθωσαν να αποκόψουν του Τούρκους στην περιοχή του Βράχου. Είχε προηγηθεί η ανατίναξη του τείχους με υπόνομο και η κυρίευση της Τρίτης πύλης, ύστερα από μία φονικότατη επίθεση, στην οποία έπεσαν αρκετοί Έλληνες αλλά και Φιλέλληνες. Κατόπιν αυτού οι Τούρκοι, υποφέροντας από δίψα και στερήσεις, αναγκάστηκαν να υπογράψουν στις 9 Ιουνίου 1822 την παράδοση της Ακρόπολης. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 2.500 Τούρκους που είχαν κλειστεί στην Ακρόπολη τον Απρίλιο του 1821, απέμειναν οι 1.260 τον Ιούνιο του 1822. Σύμφωνα με τις περιγραφές, οι σκηνές που εκτυλίχθησαν κατά την παράδοση της Ακρόπολης ήταν τραγικές. Κατ’ εντολή του Μητροπολίτη Διονυσίου, πρώτοι ανέβηκαν τουλουμπατζήδες (νερουλάδες) για να μοιράσουν νερό στους παραδοθέντες, αλλά οι διψασμένοι Τούρκοι έπιναν αχόρταγα με αποτέλεσμα ή να πεθαίνουν ακαριαία ή να χάνουν τις αισθήσεις τους επί μακρό. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής της άλωσης της Ακρόπολης Παναγής Κτενάς, θέλοντας να αναγγείλει τη μεγάλη νίκη, έβαλε δύο κανονιοβολισμούς αλλά στον τρίτο εξερράγη το πυρακτωμένο πυροβόλο, θανατώνοντας το μεγάλο αγωνιστή. Η κηδεία του έγινε την επομένη με μεγάλες τιμές.

Μετά την κατάληψη της Ακρόπολης, διορίστηκε φρούραρχός της ο αδερφός του Παναγή Κτενά, Σπύρος Κτενάς, ο οποίος φρόντισε για τον εφοδιασμό του κάστρου και την ενίσχυση της άμυνας, καθόσον υπήρχε η είδηση ότι καταφθάνει ο Δράμαλης. Δυστυχώς όμως, μπροστά την είδηση για τη φοβερή στρατιά του Δράμαλη που κατέβαινε με κατεύθυνση το Μωριά για να καταπνίξει την επανάσταση, ουδείς προσέρχονταν για να ενισχύσει την άμυνα της πόλης. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν για ασήμαντη σφαγιάστηκαν από τους Έλληνες όσοι Τούρκοι είχαν παραδοθεί (περίπου 600 Τούρκοι). Οι σφαγές αυτές τρομοκράτησαν τον πληθυσμό, ο οποίος άρχισε να εγκαταλείπει την πόλη. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση μίλησε η καρδιά της νεολαίας. Περίπου 370 νέοι της Αθήνας, ανέβηκαν στην Ακρόπολη για να την επισκευάσουν και να αναλάβουν την υπεράσπισή της, υπογράφοντας μια φλογερή ομαδική διακήρυξη, η οποία σώζεται και αποτελεί μνημείο πατριωτισμού. Παράλληλα και άλλοι Αθηναίοι συγκρότησαν ένοπλα σώματα  και με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Γαβριήλ Αναστασίου, Νικόλα Σαρρή, Συμεών Ζαχαρίτσα και Λάμπρο Ηλιακόπουλο ενίσχυσαν τη φρουρά της Ακρόπολης, περιμένοντας την έλευση του Δράμαλη. Αλλά ο Δράμαλης παρέκαμψε την Αθήνα και κινήθηκε κατευθείαν προς Κόρινθο, επιδιώκοντας να χτυπήσει αμέσως και χωρίς απώλειες τον Κολοκοτρώνη στο Μωριά.

Στο Μωριά όλοι έφευγαν έντρομοι βλέποντας την τεράστια στρατιά του Δράμαλη. Μόνο ο Κολοκοτρώνης στάθηκε και εφάρμοσε την τακτική της καμένης γης, κατατρίβοντας τη στρατιά του Δράμαλη στον Αργίτικο κάμπο. Και μόλις κατάλαβε ότι ο Δράμαλης θα γυρίσει στην Κόρινθο, τον συνέτριψε στα Δερβενάκια. Αμέσως μετά την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας ότι ανοίγει ο δρόμος προς τη de facto απελευθέρωση, ζήτησε να αποσταλεί ο Ανδρούτσος με το Νικηταρά στην Αθήνα, προκειμένου να διασφαλιστεί το στρατηγικό βάθος του Λεκανοπεδίου της Αττικής αλλά και τα δύο πολύτιμα επίνεια, το Φάληρο και η Ελευσίνα. Έτσι, στις 21 Αυγούστου 1822 ο Ανδρούτσος με το Νικηταρά καταφθάνουν στην Αθήνα, την οποία οργάνωσαν αμυντικά αλλά και πολιτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ανδρούτσος κατέλυσε την παλιά προνομιακή γερουσία των Αθηνών και διόρισε νέα, αποτελούμενη από τους Μ. Τυρναβίτη, Ανάργυρο Πετράκη και Ιωάννη Πάλλη, με τη συμμετοχή πλέον και δύο «ξωτάρηδων» (χωρικών). Επίσης διόρισε λαϊκό εφετείο, εφορευτικό των άλλων δικαστηρίων, αποτελούμενο από τους Γεώργιο Ψύλλα και Παναγή Ζαχαρίτσα. Παράλληλα, ο Ανδρούτσος προέβη και σε πρωτοποριακά έργα για επαναστατημένη περιοχή: συστήθηκε τυπογραφείο και άρχισε να εκδίδεται η περίφημη «Εφημερίς των Αθηνών» υπό τη διεύθυνση του λόγιου Γεωργίου Ψύλλα, ενώ συστήθηκε ένα παρθεναγωγείο και ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο που στεγάστηκε στο τζαμί του Σταροπάζαρου, ιδρύθηκε δημοτική βιβλιοθήκη στο τζαμί της Κολώνας, το περίφημο «Σχολείον Επιστημών», που αποτέλεσε τον πρόδρομο του Πανεπιστημίου Αθηνών στο τζαμί του Ροδακιού, καθώς και Βοτανικός Κήπος.

Παράλληλα με την αμυντική και πολιτική οργάνωση των Αθηνών από τον Ανδρούτσο και το Νικηταρά, ο Κολοκοτρώνης ολοκλήρωσε το στρατηγικό σχεδιασμό του για τη συντριβή και του δεύτερου άξονα της αντεπίθεσης των Τούρκων, κατορθώνοντας να στείλει στο Μεσολόγγι ενισχύσεις 700 ανδρών υπό τον Μαυρομιχάλη το Νοέμβρη του 1822, αναγκάζοντας έτσι και τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς να συνδράμουν λίγες μέρες αργότερα. Λύθηκε έτσι η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, με νίκη των Ελλήνων. Το χάραμα του 1823 βρήκε την επαναστατημένη Ελλάδα de facto ελεύθερη, κατέχοντας το Μοριά και την Αττική, καθώς και τη δυτική Ελλάδα από το Μεσολόγγι και τα Άγραφα μέχρι το Σούλι.

Τότε ακριβώς ξέσπασαν οι δύο αιματηροί εμφύλιοι, που είχαν σαν βασική αιτία όχι μόνο το μερίδιο εξουσίας αλλά και τον τρόπο που θα διοικούνταν η ελεύθερη πια Ελλάδα. Οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν καθοριστική συμβολή στην απελευθέρωση, δεν είχαν απλώς δικαίωμα στην  εξουσία, αλλά απαιτούσαν και συγκεκριμένο πρότυπο διακυβέρνησης που έδινε πραγματικά δημοκρατικά προνόμια και στον απλό λαό, όπως φάνηκε και από τα έργα του Ανδρούτσου στην Αθήνα. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το ντόπιο αρχοντολόι. Έτσι, στο Μωριά φυλακίστηκε ο  Κολοκοτρώνης (αφού του δολοφόνησαν πρώτα τον πρωτότοκο γιό) και οι Μωραίτες καπεταναίοι, ενώ στη Ρούμελη δολοφονήθηκε ο Ανδρούτσος από το πρωτοπαλίκαρό του τον Γκούρα, καθώς και ο λαϊκός ηγέτης της περιοχής των Αθηνών, ο Καπετάν Μελέτης Βασιλείου, από τους ομοχώριούς του.

Η επανάσταση ψυχορραγούσε. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση και την έλευση του Ιμπραήμ και του Κιουταχή, η Ελληνική Κυβέρνηση αναθέτει την αρχιστρατηγία του Μωριά στον Κολοκοτρώνη και της Ρούμελης στον Καραϊσκάκη. Προτού αναχωρήσει η Καραϊσκάκης για την εκστρατεία του στη Ρούμελη, ο Κολοκοτρώνης τον καλεί μυστικά στο Άργος, όπου οι δύο Αρχιστράτηγοι συνομιλούν για μια περίπου ώρα απολύτως μόνοι τους σε ένα περιβόλι. Είναι η στιγμή που η Ελλάδα κρατά την ανάσα της, γιατί ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζει το στρατιωτικό και το πολιτικό του σχέδιο στον Καραϊσκάκη: Ο Γέρος θα πολεμήσει τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ με ελάχιστες δυνάμεις εφαρμόζοντας ανταρτοπόλεμο στο Μωριά, στέλνοντας τα επίλεκτα μωραΐτικα στρατεύματα με επικεφαλής το γιό του Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον ανιψιό του το Νικηταρά στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη. Ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη θα νικήσει γρήγορα τον Τούρκο Κιουταχή και στη συνέχεια θα κατέβει προς το Μωριά για να συντρίψουν και τον πανίσχυρο Ιμπραήμ που θα τον έχει εξαντλήσει ο Κολοκοτρώνης με τον ανταρτοπόλεμο. Στη συνέχεια, οι δυο Αρχιστράτηγοι μαζί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς θα επιβάλλουν τον Καποδίστρια στο ντόπιο αρχοντολόι αλλά και στις μεγάλες δυνάμεις. Ο Καραϊσκάκης συμφωνεί με το σχέδιο και προτείνει να ανταλλάσουν μυστικά μηνύματα με τον Κολοκοτρώνη μέσω έμπιστων ανθρώπων. Γι’ αυτό ο Κολοκοτρώνης παίρνει γραμματέα του το Βαλτινό, έμπιστο υπασπιστή του Καραϊσκάκη και ο Καραϊσκάκης παίρνει μαζί του το Νικηταρά, ανιψιό του Κολοκοτρώνη, μέσω των οποίων ανταλλάσουν οι δύο Αρχιστράτηγοι τη μυστική αλληλογραφία τους.

Ο Καραϊσκάκης συγκεντρώνει στην Ελευσίνα τη μεγαλύτερη παρατακτή δύναμη στη διάρκεια της επανάστασης (πάνω από 10.000 άνδρες) και ξεκινά τη μεγάλη εκστρατεία του στη Βοιωτία προκειμένου να αποκόψει από τις εφεδρείες του τον Κιουταχή που είχε στρατοπεδεύσει στην Αθήνα και πολιορκούσε την Ακρόπολη. Έρχονται οι θρίαμβοι του Καραϊσκάκη στην Αράχοβα και το Δίστομο. Πλέον ο Κιουταχής έχει εγκλωβιστεί στην Αθήνα και ο Καραϊσκάκης ετοιμάζεται να τον συντρίψει. Οι εμφύλιες έριδες όμως των Ελλήνων (οι οποίες είχαν φουντώσει μετά και τη φήμη ότι ο γιός του Κολοκοτρώνη Γενναίος θα παντρευτεί την κόρη του Καραϊσκάκη Ελένη), καθώς και ο ξένος παράγοντας, οδήγησαν στη δολοφονία του μεγάλου Στρατηλάτη στο Φάληρο, στις 23 Απριλίου 1827. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει ακέφαλο το Ελληνικό στράτευμα, να οδηγηθεί από τον Άγγλο Τσωρτς στην καταστροφική μάχη στον Ανάλατο, να παραδοθεί μετά από δεκάμηνη πολιορκία η Ακρόπολη, να διαλυθεί η μεγάλη εκστρατεία των Ελλήνων στην Αττική και να απομείνει μόνος πια ο Κολοκοτρώνης απέναντι στον Ιμπραήμ. Μόλις ανακοίνωσαν στον Κολοκοτρώνη το θάνατο του Καραϊσκάκη, ο Γέρος έπεσε καταγής, σταύρωσε τα πόδια οκλαδόν, έλυσε τα μαλλιά του και μοιρολογούσε κλαίγοντας μέχρι την άλλη μέρα τα χαράματα. Όταν τον πλησίασε ένας από τους σωματοφύλακές του και του είπε «Φτάνει Καπετάνιο μου! Ούτε το παιδί σου δεν έκλαψες έτσι!» ο Κολοκοτρώνης του απάντησε με πρησμένα από τους λυγμούς μάτια «Τότε έκλαιγα το παιδί μου. Τώρα κλαίω την Πατρίδα»!!!

Η Αθήνα και η Αττική παρέμειναν υπό τουρκική κατοχή μέχρι την 1η Μαρτίου 1833, όταν ο διοικητής των Αθηνών, Γιουσούφ Σιλιχτάρ Μπέης, παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβέρνησης Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό. Ο φρούραρχος όμως της Ακρόπολης, Δισδάρ Οσμάν Αγάς, αρνήθηκε να παραδώσει το κάστρο και τότε η φρουρά με αρχηγό το βαυαρό αξιωματικό Χριστόφορο Νέζερ ανέβηκε ξαφνικά στα τείχη, καταλαμβάνοντάς τα και υψώνοντας την Ελληνική Σημαία.

Αυτό που είχαν καταφέρει τα Ελληνικά όπλα με τον Καπετάν Μελέτη Βασιλείου ήδη από το καλοκαίρι του 1822, χρειάστηκε να περάσουν έντεκα ολόκληρα χρόνια με θυσίες και καταστροφές, ώσπου να το επαναλάβουν τα Βαυαρικά χέρια για λογαριασμό των Ελλήνων. Η εύρεση τυχόν ομοιοτήτων με τη σημερινή κατάσταση στη χώρα, επαφίεται στην κρίση των αναγνωστών……

Related posts:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *