Λάμπρος Βέικος

Ο Λάμπρος Βέικος, Ελαιογραφία του Θ. Δράκου, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
Ο Λάμπρος Βέικος, Ελαιογραφία του Θ. Δράκου, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Σουλιώτης οπλαρχηγός, γιος του Βέικου Ζορμπά, από το όνομα του οποίου πήρε το επίθετό του. Υπήρξε συμπολεμιστής του Μάρκου Μπότσαρη και του Κίτσου Τζαβέλα. Για τα παιδικά του χρόνια δεν υπάρχουν επαρκείς και σαφείς πληροφορίες. Όταν το 1803 ο Αλή πασάς κυρίεψε το Σούλι, πολλοί Σουλιώτες βρήκαν καταφύγιο στην Κέρκυρα. Εκεί ο Βέικος υπηρέτησε στα γαλλικά και στα αγγλικά στρατιωτικά σώματα και όταν ο πατέρας του απεβίωσε, έγινε αρχηγός της οικογένειας των Ζορμπαίων.

Η Συμμετοχή του στον Αγώνα
Το 1820 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ έπεισε τους Σουλιώτες που είχαν καταφύγει στα Επτάνησα πως αν ενώσουν τις δυνάμεις τους μαζί του εναντίον του Αλή πασά, θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη τους. Αρχικά οι Σουλιώτες δέχθηκαν. Όταν όμως ζήτησαν από τον Ισμαήλ Πασόμπεη (αρχηγό της εκστρατείας εναντίον του Αλή πασά) να διώξει τους Λιάπηδες που είχαν αρπάξει τα σπίτια τους και να εγκατασταθούν στο Σούλι, αυτός αρνήθηκε. Τότε, οι Σουλιώτες αντιλαμβανόμενοι τον εμπαιγμό του Σουλτάνου, σύναψαν συνθήκη με τον πασά των Ιωαννίνων. Τις διαπραγματεύσεις αυτές διηύθυνε ο Βέικος μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη λαμβάνοντας και πάλι ως αντάλλαγμα το Σούλι, με εξαίρεση το κάστρο της Κιάφας. Το τελευταίο αυτό κάστρο θα ερχόταν υπό τον έλεγχο των Σουλιωτών στις 15 Ιανουαρίου του 1821, με τον Βέικο να υπογράφει τη συνθήκη της παράδοσης. Η υποστήριξη των εμπειροπόλεμων Σουλιωτών υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τη συνέχιση της αντίστασης του Αλή πασά απέναντι στα υπέρτερα σουλτανικά στρατεύματα. Δυστυχώς, το 1822 μετά τον θάνατο του Αλή πασά και την ήττα των ελληνικών και φιλελληνικών δυνάμενων στη μάχη του Πέτα (Ιούλιος 1822), οι Σουλιώτες εγκαταλείπουν για δεύτερη φορά το Σούλι και ο Βέικος μεταβαίνει στα Επτάνησα. Από εκεί, περνά ξανά στη Δυτική Ελλάδα και λαμβάνει μέρος στον Αγώνα πολεμώντας ηρωικά στη μάχη του Κεφαλόβρυσου (μάχη ευρύτερα γνωστή από τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, τον Αύγουστο του 1823) και στη μάχη της Άμπλιανης (Ιούλιος 1824).
Τον Ιούνιο του 1825 ο Βέικος εισέρχεται στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι με σκοπό την ενίσχυση της άμυνάς του. Ο Κιουταχής, έχοντας γνώση της φιλίας του Βέικου με τον αλβανικής καταγωγής στρατηγό του, Ταχήρ Αμπάζη, επιστρατεύει τον τελευταίο, ώστε να πείσει τον Βέικο πως η πρόταση συνθηκολόγησης των Τούρκων ήταν ευνοϊκή για τους αμυνόμενους. Η περήφανη απάντηση του Βέικου στάλθηκε με τη συγκατάθεση όλων των οπλαρχηγών και ήταν η εξής:

Ενδοξότατε Ταΐραγα,
Ημείς είμεθα φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτε η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω όπου έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν δια να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μας ζητεί δυο ντάπιαις (προμαχώνες) δια να βάλη ανθρώπους του. Ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες (πολεμοφόδια), με ζαϊρέν (προμήθειες), με νερά και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχομεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα τον φίλον μας, οπού εις αυτόν είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρομεν εις το έξης τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε δια το όνομά μας θα ερώτηση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ (ούτε καν), και από τούς ιδίους εδικούς μας και φίλους μας όθεν τω Ρούμελη χώρισέ του το παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του Μεσολόγγι δεν πέρνει.
Ταύτα και μένω ο φίλος σου Λάμπρος Βέΐκος
1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον
Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδές σου όταν θα κάμουν γιουρούσι.

Τον Ιανουάριο του 1826 ο Βέικος μαζί με άλλους τέσσερις οπλαρχηγούς μεταβαίνουν στην Ύδρα για να ζητήσουν βοήθεια για το Μεσολόγγι. Ύστερα από την πτώση του Μεσολογγίου, ακολούθησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στην εκστρατεία του για την ανακατάληψη της Στερεάς παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες, όπως στη φημισμένη μάχη της Αράχωβας (Νοέμβριος 1826).

Το ηρωικό τέλος
Όταν ο Καραϊσκάκης έφτασε τον Φεβρουάριο του 1827 στην Ελευσίνα, σχεδόν ολόκληρη η Στερεά ήταν στα χέρια των Επαναστατών. Ως επόμενος στόχος είχε ορισθεί η λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης και έτσι το στρατόπεδο μεταφέρθηκε στο Κερατσίνι. Όμως, τις παραμονές της κύριας επιχείρησης και κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής, ο Καραϊσκάκης πληγώνεται θανάσιμα. Τελικώς, η κύρια μάχη διεξάγεται στις 24 Απριλίου του 1827 και μένει γνωστή ως η μάχη του Ανάλατου (σημερινή Νέα Σμύρνη). Κατά τη διάρκεια της μοιραίας αυτής μάχης, ο Βέικος, όπως και μέγα πλήθος Αγωνιστών, συνάντησε ηρωικά μαχόμενος τον θάνατο.
Λέγεται πως όταν αντιλήφθηκε τι τους περίμενε στη μάχη, είπε στους Σουλιώτες του: «Ωρέ αδέλφια εμείς πάντοτε δείξαμε πως δεν σκιαζόμαστε τον Θάνατο, μα σήμερα βλέπω πως πάμε για σίγουρο χαμό». Έβγαλε τότε κάποια από τα άρματά του και τα έδωσε σε έναν από τους ψυχογιούς του και του λέει: «Πάρτα παιδί μου και τράβα τα στην φαμίλια μου να τα πουλήσουν και νάχουν τροφή για λίγες μέρες γιατί εμείς δεν ξαναγυρνάμε». (Γιάννης Μπενέκος, Οι Αληθινοί Σουλιώτες)

Με την γυναίκα του Μαρία απέκτησαν έναν γιο, τον Κώστα, ο οποίος το 1832 προήχθη σε Ταγματάρχη του τακτικού στρατού. Οι Αθηναίοι τιμώντας τον Λάμπρο Βέικο έδωσαν το όνομά του σε περιοχή κοντά στην Καλλιθέα. Επίσης, η κεντρική λεωφόρος του Γαλατσίου, καθώς και το παρακείμενο αυτής άλσος, φέρουν το όνομά του.

πηγές
Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, Τόμος 8, σελ. 185
http://ereunes.blogspot.gr/2010/03/1821.html
https://argolikivivliothiki.gr/tag/%CE%B2%CE%AD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82/

επιμέλεια-Σύνταξη Άρθρου: Παναγιώτης Πανάγος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *