Το ηρωικό πρόσωπο του Παναγιώτη Καρατζά

Καρατζάς

Ὅπως μὲ ὅλους τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς σειρᾶς του Καρατζᾶ, ἡ ὕπαρξή τους, ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τους, τυλίχτηκε μέσα στὸ θρῦλο. Κανένας δὲν ξέρει πότε καὶ ποῦ ἀκριβῶς γεννήθηκε. Τὴν παιδική του ζωὴ ὅμως τὴν πέρασε ὅλη στὴν Πάτρα καὶ εἶναι πιθανὸ νὰ γεννήθηκε κεῖ. Λέει ἡ παράδοση πὼς ὅταν ἤτανε νιός, παλληκάρι, δεκαπεντάχρονο, παρακολουθοῦσε μιὰ μέρα τὰ παιδιὰ τῶν ἀγάδων ποὺ ἔπαιζαν αὐγατιστή, ἕνα παιχνίδι τοῦ καιροῦ, κάτι παρόμοιο μὲ τὸ πήδημα στὶς τρεῖς. Τὰ ἀγαδόπουλα, ζωηρὰ καὶ ἀγέρωχα, πηδοῦσαν καὶ ξαναπηδοῦσαν, ἀλάλαζαν, ἔρριχναν σμπάρους, καὶ στὸ τέλος μερικὰ βγήκανε νικητές. Μὲ καταφρόνια κύτταζαν τὰ Ρωμιόπουλα ποὺ εἴχανε μαζευτεῖ καὶ χαζεύανε τὸ παιχνίδι τους. Ποιὸς ραγιᾶς θ’ ἀποκοτοῦσε νὰ παραβγεῖ μαζύ τους, νὰ δείξει τὴ σβελτάδα του καὶ νὰ βάλει κάτου παιδιὰ ἀγάδων, ἀρχοντόπουλα τοῦ τόπου, ποὺ ζούσανε μὲ τὴν παλληκαριὰ καὶ τὸ ἀσικλίκι τους καὶ σεργιανοῦσαν ἀνάμεσα στοὺς ραγιάδες μὲ τὄνα χέρι στὸ ψιλοστριμένο μουστάκι καὶ τ’ ἄλλο στὴν πιστόλα; Ξαφνικά, ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περίμεναν, πρόβαλε στὴ μέση ὁ Παναγιώτης, πῆρε ἥσυχα ἥσυχα τὸ σημάδι καὶ τὄβαλε ἕνα μέτρο πιὸ κάτου ἀπὸ κεῖ ποὺ τὸ φτάσανε οἱ νικητές. Ἔφτυσε τὰ χέρι του, πῆρε φόρα καὶ μὲ τρεῖς πήδους, τοὺς ἔφτασε καὶ τοὺς ξεπέρασε ὃλους. Οἱ ραγιάδες ἀλάλαξαν ἀπὸ χαρά, τ’ ἀγαδόπουλα φρύαξαν. Ἕνα-δυό, τὰ πιὸ ζωηρά, ἔσυραν τὶς πιστόλες καὶ τράβηξαν μερικοὺς σμπάρους καταπάνω του. Ἀναστατώθηκε ἡ ἀγορά, μὰ ὁ Παναγιώτης πρόλαβε καὶ τὄ σκασε. Ἀπὸ τότε, τὄνομά του ἔμεινε στὸ στόμα τοῦ Πατρινοῦ λαοῦ. Καὶ καθὼς οἱ Ρωμιοί, ὅπου ἤσανε μαζεμένοι πολλοί, ποτὲ δὲ ζούσανε μονιασμένοι μὲ τοὺς Τούρκους καὶ οἱ ἄγριοι τσακωμοὶ μαζύ τους ἤσανε συχνοὶ καὶ φτάνανε ὥς τὸ σκοτωμό, ὁ Καρατζὰς ἀναδείχτηκε πρῶτο καὶ καλύτερο παλληκάρι ἀναμεσά τους. Κοντός, σβέλτος, μὲ μάτια γοργοκίνητα, χειροδύναμος κι’ ἀντρειωμένος, ἀψηφοῦσε τὸν κίνδυνο καὶ τἄβαζε μ’ ἀπίστευτη ἀφοβιὰ μὲ τους Τούρκους παλληκαράδες καὶ τοὺς ζαπτιέδες.

Ὅμως ἡ τούρκικη ἐξουσία ἤτανε δυνατή, κ’ εἶχε τὸν τρόπο της νὰ κάνει τὴ ζωὴ δύσκολη σὲ κείνους ποὺ δὲν ἔσκυβαν τὸ κεφάλι στὴ θέληση της καὶ πάσχιζαν νὰ ξεσηκώσουν τὸ Ραγιᾶ.

Ὁ Καρατζᾶς στάθηκε ἐξαίρετη φυσιογνωμία τοῦ Εἰκοσιένα. Ἀνήκει στὴν πλειάδα τῶν λαϊκῶν ἐκείνων ἀντρῶν τοῦ Μωριᾶ ποὺ ὕστερα ἀπὸ τὸν Παπαφλέσσα, ἀποτέλεσαν τὰ στέρεα βάθρα ποὺ ἀπάνω τους πάτησε καὶ προχώρησε ἡ Ἐπανάσταση.

Ὁ ἱστορικὸς Φιλήμων ποὺ μνημόνεψε μὲ περισσὴ ἀγάπη πολλούς λαϊκοὺς ἀγωνιστὲς καὶ τοὺς ἀνέβασε ἱστορικὰ στὴ θέση ποὺ ἀνῆκαν, ἀφοῦ κι’ ὁ ἴδιος τοὺς γνώρισε ἀπὸ κοντὰ καὶ πάλεψε στὸ πλευρό τους στὶς
μάχες τοῦ πολέμου καὶ στὶς μάχες τῆς πολιτικῆς, λέει τὸν Καρατζᾶ λεοντόθυμο καὶ τοῦ πλέκει στεφάνι μ’ αὐτὰ τὰ λόγια : «..ὁ Καρατζᾶς βλαστὸς τῆς μεγάλης οἰκογενείας τοῦ λαοῦ, ἀφανὴς πρὶν σανδαλοποιὸς ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Πατρῶν, ὑπάρξας δὲ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Ἄγγλων κατὰ τὴν Ἑπτάνησον ἀνεδείχθη ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶνος περιφανὴς δι’ ἐνθουσιασμὸν πολίτης καὶ τὸ πρώτιστον κατὰ τῶν Τούρκων τῆς Ἀχαΐας φόβητρον δι’ ἀνδρείαν. Ὅλος πίστις καὶ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα, ὅλος εὐκινησία καὶ δραστηριότης, μόνῳ προσηλωμένος τῷ καθήκοντι αὐτοῦ καὶ ἐν ὀλίγῳ ποιούμενος τὴν ζωήν, πάντοτε διέπρεψεν ὑπό τὰ ὅπλα καὶ πολλάκις κατώρθωνε μόνος ὅ, τι πολλοὶ δυσκόλως ἢ οὐδόλως ἐτόλμων. Τοιοῦτος δὲ ὤν ὑπισχνεῖτο τῇ ἀγωνιζομένη Πατρίδι μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας εἰμὴ κακοῦργος χεὶρ ἀπεστέρει αὐτὸν τῆς ζωῆς».

Μὲ τὸ τέλος τῆς Ἐπανάστασης κι’ ὅταν οἱ Πατρινοὶ ξαναγύρισαν στὴν πόλη τους, ὁ πρῶτος ποὺ θυμὴθηκαν ἦταν ὁ Καρατζᾶς καὶ μὲ ἀναφορά τους στὸ Διοικητὴ Ἀλ. Ἀξιώτη ἀπὸ 16 τοῦ Μάη 1829 ζήτησαν μιὰν ἀναγνώριση τῶν δικαίων τῆς οἰκογενείος του. Ἤτανε τὸ στερνὸ δεῖγμα τῆς ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ πρὸς τὸν ἄξιον ἀρχηγό του, ποὺ τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο τοῦ λυτρωμοῦ. Οἱ κατοπινὲς γενιές, ἀφου ἡ ἐπίσημη ἱστορία δὲ θέλησε νὰ κάνει τὸ χρέος της καὶ τὸ ἔργο του ξέχασαν καὶ τ’ ὄνομά του ἄφησαν νὰ λησμονηθεῖ στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ
Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΘΗΝΑ 1943

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *