Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου (Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού)

ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

 

 

Η συνέχεια υπήρξε δραματική. Στα χέρια του Κουτσιούκ Μεχμέτ βρίσκονταν ήδη μερικές από τις προκηρύξεις της επαναστατημένης Ελλάδας που είχε φέρει στην

Κύπρο ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας στις αρχές Απριλίου 1821.

Αφού λεηλάτησε και κατέστρεψε τα πάντα ο Κουτσιούκ Μεχμέτ έθεσε σε εφαρμογή το χειρότερο των σχεδίων του που προέβλεπε τον αποκεφαλισμό 486 προκρίτων της νήσου μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο Αρχιεπίσκοπος και πολλοί Ιεράρχες.

Τον κατάλογο είχε υποβάλει προηγουμένως Κουτσιούκ Μεχμέτ στον Σουλτάνο και σαν έφθασε η απάντηση της Πύλης έκανε αυτό που ονειρευόταν.

Ομως ο Κουτσιούκ Μεχμέτ για να καταστήσει όλους συνυπεύθυνους της σφαγής που προγραμμάτιζε κάλεσε τους αγάδες σε σύσκεψη και τους είπε σύμφωνα με τον Ι. Φιλήμονα (Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860): «Διά την ασφάλειαν της νήσου θεωρώ επαρκούσαν μόνην την σφαγήν του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και εγκριτωτέρων».

Όμως οι αγάδες κατά τον Ι. Φιλήμονα απάντησαν ότι αναλάμβανε μεγάλη ευθύνη αν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο.

Ο ίδιος όμως τους απάντησε ότι θα αναλάμβαναν με την εισήγηση τους αυτή και κάθε ευθύνη για οποιαδήποτε ένοπλη αντίσταση που δυνατόν να ακολουθούσε.

Έτσι με τη συγκατάθεση πλέον των αγάδων ο Κουτσιούκ Μεχμέτ εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία τόνιζε ότι «ο Σουλτάνος μετά πλείστης όσης ευχαριστήσεως, ιδών την προθυμίαν των ραγιάδων εις την παράδοσιν των όπλων, διέταξεν αυστηρώς να απολαμβάνωσιν ως πιστοί, πάσαν των επιτοπίων αρχών προστασίαν επί της ζωής, της τιμής και της περιουσίας αυτών».

Με την ίδια εγκύκλιο, κατά τον Φιλήμονα, απειλούσε με πολύ αυτηρές ποινές

οποιονδήποτε θα έβλαπτε τους υπκηκόους του Σουλτάνου.

Παράλληλα ο Κουτσιούκ Μεχμέτ για παραπλάνηση φρόντισε να τιμωρήσει και μερικούς Τούρκους για μικροπαραπτώματα, ώστε να απομακρύνει κάθε υποψία από τους Ελληνες για τις σκέψεις του.

Αφού προετοίμασε το έδαφος κάλεσε στην πρωτεύουσα όσους είχε τοποθετήσει σε ένα μακρύ κατάλογο προγραφών με το πρόσχημα ότι θα τους ευχαριστούσε και για να συνυπογράψουν κοινές ευχαριστήριες επιστολές στο Σουλτάνο για τις αγαθές του διαθέσεις προς αυτούς.

Ελάχιστοι δεν πήγαν στη Λευκωσία. Οσοι είχαν προγραφεί αλλά δεν καλούνταν σε τέτοιες συγκεντρώσεις προηγουμένως μεταφέρθηκαν διά της βίας από το στρατό.

Συνολικά συγκεντρώθηκαν 470 από τους 486 και σ’ αυτούς ο Κουτσιούκ Μεχμέτ ωμά διάβασε τη σουλτανική απόφαση με την οποία τους ανακοινωνόταν ότι θα εκτελούνταν.

Ο Κηπιάδης στο βιβλίο του «Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρω τραγικών σκηνών» που εξέδωσε το 1888 στην Αλεξάνδρεια και ανατύπωσε το υπουργείο Παιδείας της Κύπρου το 1972, αναφέρει τα πιο κάτω από τη στιγμή του αφοπλισμού των Κυπρίων μέχρι την 9η Ιουλίου:

(μεταγλώτιση):

«Ετσι στις 23 Απριλίου 1821 χωρίς καμιά αντίσταση σε όλη τη νήσο εκτελέστηκε το διάταγμα για αφοπλισμό και τίποτε το απευκταίο δεν θα ακολουθούσε εάν η φιλοχρηματία του Κουτσιούκ Μεχμέτ δεν εξεγειρόταν σε όλη τη θηριώδικη παραφορά, επειδή θεώρησε εύκαιρη την περίσταση να πλουτίσει αν κατόρθωνε να θυσιασθούν οι ισχυρότεροι των Ελλήνων της Κύπρου.

Λόγω αυτού αφού συνεννοήθηκε με τους αγάδες, οι οποίοι θεώρησαν κατάλληλη την περίσταση, όπως με ευτελές τίμημα γίνουν κάτοχοι των περιουσιών των προγραφησομένων που θα δημοπρατούνταν μαζί με την αναγγελία του προς την Πύλη, ότι ο αφοπλισμός επιτελέστηκε ήσυχα, καθυπέβαλε και ονομαστικό κατάλογο 486 προυχώντων κυπρίων χριστιανών συμπεριλαμβανομένου και του Αρχιεπισκόπου, των τριών Μητροπολιτών και όλων των ηγουμένων των Ιερών Μοναστηρίων της νήσου, κατηγορώντας τους ότι δήθεν αφού συνεννοήθηκαν για εξέγερση με τους Ελληνες που επαναστάτησαν.

Ενισχύθηκε δε η κατηγορία αυτή από την άφιξη στη νήσο του Κυπρίου Αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτου Θησέως ο οποίος φθάνοντας στο λιμάνι της Λάρνακας διέδωσε επιστολές και προκηρύξεις με τις οποίες προτρεπόταν επανάσταση και οι οποίες περιήλθαν στα χέρια του Ηγεμόνα, ο οποίος λόγω αυτού έγραψε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε στρατό και γι’ αυτό η Κυβέρνηση διέταξε και έφθασαν από την Ακρη κατά τις αρχές του Μαϊου 4000.

β. Κι έτσι η Κυβέρνηση του σουλτάνου Μαχαμούτ υπό τις περιστάσεις αυτές παραπεισθείσα διέταξε με αυτοκρατορικό ορισμό το θάνατο όλων αυτών και τη δήμευση όλης της περιουσίας τους.

Μερικοί θεώρησαν τον αριθμό των προγραφέντων υπερβολικό κι έτσι αφού έλαβαν υπόψη μόνο τους θυσιασθέντες που διέμεναν στη Λευκωσία. Κι όμως σε όλη τη νήσο Κύπρο περισσότερα από τον αριθμό αυτό έπεσαν θύματα. Επειδή στο άκουσμα της ελληνικής επανάστασης εξήφθη το φανατικό μίσος των τότε οθμανών, και ως εκ τούτου θεωρούσαν ύποπτους όλους ανεξαίρετα τους Ελληνες ραγιάδες. Ιδιαίτερα μετά το απερίσκεπτο πραξικόπημα του αναφερόμενου Αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτου Θησέως, σε τρόπον ώστε και η ελάχιστη αφορμή αρκούσε για να καταστεί αιτία θανάτου.

Πολλοί που θανατώθηκαν με την παρέλευση των χρόνων, εφόσον δεν καταγράφηκαν τα ονόματα τους, ξεχάστηκαν. Αλλά και ο κάλαμος αδυνατεί πραγματικά να περιγράψει γεμάτος φρίκη εκείνη την κατάσταση η οποία διήρκεσε για ένα μήνα κατά τον οποίο κανένας χριστιανός δεν τολμούσε να πει σε Τούρκο ότι κι άν άκουε ούτε να βγει τη νύκτα από το σπίτι του ότι και αν χρειαζόταν.

Πανικός δε και φόβος κατέλαβε τους χριστιανούς ραγιάδες και οι ναοί του Υψίστου κατεπατήθησαν, συλήθηκαν, λεηλατήθηκαν, τα ιερά των ναών εχλευάσθησαν, παρθένες διακορεύθησαν, γυναίκες ατιμάστηκαν και κάθε ντροπή εξέλιπε και κάθε σπινθήρας ελέους έσβησε τις ημέρες εκείνες της οδύνης και των στεναγμών κατά τις οποίες οι ταλαίπωροι χριστιανοί με δάκρυα και πικρία έτρωγαν το ψωμί τους και χωρίς ελπίδα κοιμώντουσαν αμφιβάλλοντες αν το επόμενο πρωί θα έφεραν στους ώμους τους την κεφαλή τους.

Κι΄ αυτά όλα διεπράχθησαν εναντίον λαού αθώου, λαού που δεν έδωσε κανένα

απολύτως σημείο εξέγερσης και μήτε καν όπλα είχε, διότι και αν μερικοί από αυτούς είχαν, τα αφαιρούσαν οι κρατούντες σύμφωνα με το διάταγμα περί αφοπλισμού.

Αυτά όλα οι επιζώντες μαρτυρούν από τη γενειά εκείνη, μακαρίζοντες την εποχή μας. Επιπλέον δε και ο Σπυρίδων Τρικούπης για την Ιστορία, να πως αφηγείται σε περίληψη:

(γ) «Από τα οδυνηρά συμβάντα της Σμύρνης φέρουμε το λόγο στα πιο οδυνηρά της Κύπρου. Παρατρέχουμε σε άλλα άλλων μερών σε αποφυγή επανάληψης των δεινών, νομίζοντες ότι όσα διηγούμαστε είναι ικανά αυτά μόνα να δείξουν υπό ποίες τίγρεις διατελούσαν οι άθλιοι Χριστιανοί. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ συνεννοήθηκε με μυστικό συμβούλιο με μερικούς αγάδες και δεν άρκεσαν να θυσιασθούν οι τέσσερις μόνον Αρχιερείς και οι λίγοι έγκριτοι των χριστιανών, αλλά όσοι, είτε για την περιουσία τους, είτε για άλλη αιτία, είχαν επιρροή στους ομοεθνείς τους και μπορούσαν να τους ωθήσουν σε επανάσταση. Σ’ αυτή τη βάση συνέταξαν μακρύ κατάλογο προγραφής συμπεριλαμβάνοντες αναμφίβολα και όσους ο κάθε ένας μισούσε ή όσων επιθυμούσε να οικειοποιηθεί με μικρή τιμή την περιουσία».

Και συνεχίζοντας ακόμη προσθέτει ότι «η τρομερή αυτή κατάσταση διήρκεσε για διάστημα τριάκοντα ημερών».

Μόλις έφθασε το προαναφερθέν αυτοκρατικό διάταγμα, ο ηγεμώνας σενεκάλεσε κοντά του τους τέσσερις Αρχιερείς και ζήτησε και πήρε από αυτούς ομήρους κληρικούς, τους οποίους και έθεσε υπό κράτηση στις φυλακές του Σεραγίου.

Συγχρόνως μετακάλεσε στη Λευκωσία και όλους τους προύχοντες των Οθωμανών και σε επήκοο όλων διάβασε τον αυτοκρατορικό ορισμό ή μάλλον την καταδικαστική απόφαση των προγραμμένων

Μεταξύ των προεστώτων αυτών οθωμανών ήταν ο Μετέσαγας Αλκαη- Βέης της Λευκωσίας, Χουσείν-Αγάς Κιόρογλους, Γεννιτσάραγκας Λευκωσίας, Καρα- Μεχμέτης Σπαχής Αγίου Ιωάννου Μαλούντας, Ιμπραήμ Ιέραγας από Γρούταν της Πάφου, Αλή Βαϊρακτάρης της Πάφου, Ουστά Χασάνης Σκελαγασίς Λάρνακος, Καραμανιάς αδελφός του, Κιριττόγλου, Τηλερτόγλου, Φεζουλάς Τουρκστάνι, Μουσταφάς Τουφεξίπασις, Λεμησσού, Κοφτερός Τουφεξίπασις Λευκωσίας, Σουλεϊμάναγας Μουτεβελής των Βακουφίων Λαπήθου και Καραβά και ο Χατζή Ταχίραγας, τον οποίο κατά το 1838 ο Σουλτάνος Μαχμούτης με ειδικόν απεσταλένο δήμιο απέκοψε και μετέφερε στην Πόλη την κεφαλή του λόγω σοβαρής μήνυσης της συζύγου του Οσμάν Πασά που δηλητηριάστηκε και πέθανε στην Κύπρο, η οποία ήταν οδαλίσκη του αυτοκρατορικού χαρεμίου και ευνοουμένη του Σουλτάνου».

Στις 9 Ιουλίου τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει από το πρωί. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ αφού έκλεισε τις πύλες της Λευκωσίας προχώρησε σε ένα όργιο αίματος παρόμοιο του οποίου δεν είχε γνωρίσει η Λευκωσία από την κατάληψη της από τους οθωμανούς το 1570.

Πρώτος σύρθηκε σε μια συκαμινιά και απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γιατί ο Κουτσιούκ Μεχμέτ τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα τον αποκεφάλιζε κι έτσι τον σκότωσε κρεμμάζοντας τον… και τηρώντας ταυτόχρονα τον όρκο του.

Ο Αρχιεπίσκοπος με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε τις παραινέσεις όσων έσπευσαν κοντά του για να δεχθεί βοήθεια και να καταφύγει στο εξωτερικό.

Ο Κηπιάδης περιγράφει ως εξής τη δραματική αυτή μέρα της Ιστορίας της Κύπρου:

Στις 9 Ιουλίου του ιδίου χρόνου (1821) ημέρα Σάββατο, ο ηγεμόνας διέταξε κι έκλεισαν τις πύλες της πόλης της Λευκωσίας και στην πλατεία του πάλαι ποτέ διάσημου ανακτόρου των Λουζινιανών Βασιλέων, έγινε το πιο φρικτό θέαμα από όσα η ταλαίπωρη Κύπρος είδε από την άλωση της από τους Τούρκους.

Πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, τον οποίο προηγουμένως ο Ηγεμώνας με όρκο είχε διαβεβαιώσει ότι θα τον αποκεφάλιζε και τον οποίο μάταια μερικοί παρακίνησαν να αποδράσει και να σώσει έτσι τον εαυτό του, απαγάγεται και απαγχονίζεται, κρεμασθείς από συκαμινιά που βρίσκεται έναντι της Πύλης του Σεραγίου.

Ταυτόχρονα στην ίδια περίπου θέση αποκόπτουν το κεφάλι του Γεωργίου Μασούρα από τη Λεμεσό, ο οποίος έφερε το ψηλό αξίωμα του Καππί Κεχαγιά στην Κωνσταντινούπολη (επιτετραμμένου της νήσου). Υστερα αποκεφάλισαν τους τρεις Μητροπολίτες Χρύσανθο Πάφου, Μελέτιο Κιτίου και Λαυρέντιο Κυρηνείας, τον δε αρχιδιάκονο του Αρχιεπισκόπου Μελέτιο απαγχόνισαν, αφού τον κρέμασαν σε πλάτανο απέναντι από τη συκαμινιά.

Επίσης αποκεφάλισαν και κάποιο Δημήτριο βοσκό από τον Αγιο Ιωάννη Μαλούντας τον οποίο έφεραν για τον σκοπό αυτό στη Λευκωσία, αφού τον έπεισαν με απειλές να μαρτυρήσει ότι δήθεν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έστειλε στα χωριά της νήσου επιστολές με τις οποίες διήγειρε σε προστασία τους Χριστιανούς και με τις οποίες τους παρότρυνε να είναι έτοιμοι να σφάξουν τους Οθωμανούς όταν θα δινόταν από τη Λευκωσία το σύνθημα με βολή κανονιού.

Κι έτσι μετά την κατάθεση αυτή τον καρατόμησαν κι αυτόν ώστε να μη ομολογήσει στη συνέχεια την αλήθεια.

Οι τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου λίγο πριν τον κρεμάσουν ήταν δραματικές. Να πως τις περιγράφει ο Κηπιάδης: «Αλλά οι τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου

Κυπριανού, όπως βεβαίωσαν όσοι γνωρίζουν, φάνηκαν πραγματικά στιγμές ακραιφνούς πίστης τις οποίες προπαρασκεύαζε σε τέτοιες περιστάσεις ακηλίδωτη συνείδηση, καρδιά αγαθοποιός και μεγάλη, περιφρόνηση της πρόσκαιρης ζωής και προσδοκία της μελλούσης και μακαρίας εκείνης την οποίαν ετοίμασε ο Θεός σε όσους τον αγαπούν. Το πρωτόλειο αυτό θύμα παίρνοντας τη θηλειά της αγχόνης την οποία κρατούσε ο δήμιος, την ευλόγησε σταυροειδώς τρεις φορές και ύστερα με φωνή βαρειά είπε: «Εκτέλεσε ήδη την εντολή του απεινούς κυρίου σου».

Για τις τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου και των άλλων προκρίτων έγραψε και ο Τζων Καρν (Letters from the East) τις οποίες πριγράφει όμως όπως τις άκουσε, παρά όπως τις γνώρισε προσωπικά, γιατί μιλά για αποκεφαλισμό αντί για απαγχονισμό και διότι είχε φύγει από τη νήσο πριν επέλθει το μοιραίο έχοντας την ευκαιρία όπως προαναφέρθηκε να συνομιλήσει με τον Κυπριανό λίγες μέρες προηγουμένως: «Ο δόλιος Κυβερνήτης μετά από λίγο χρόνο καλούσε στη Λευκωσία τους θρησκευτικούς και άλλους αρχηγούς της νήσου».

Ο κλήρος υποψιαζόμενος παγίδα και αδυνατώντας να διασωθεί από την παρουσία παντού στη νήσο στρατευμάτων του πασά της Αιγύπτου ήλπιζε, προσφέροντας ό,τι απέμενε από την περιουσία του, ότι θα ικανοποιούσε την απληστεία και θα κατεύναζε τη μανία του Κυβερνήτη.

Οταν την επομένη ο ποιμενάρχης και το αφοσιωμένο σε αυτόν ποίμνιο του συναθροίσθηκε στο Σεράγιο, ο κυβερνήτης αφού τοποθέτησε παντού φύλακες, διέταξε την έναρξη σφαγής.

Ο Κυπριανός την ώρα αυτή της δοκιμασίας συμπεριφέρθηκε με ασύνηθες θάρρος και αξιοπρέπεια. Ρώτησε τον κυβερνήτη για ποιο έγκλημα οι κακότυχοι

αυτοί άνθρωποι ήσαν έξοχοι, ώστε να υποστούν τόσο τρομερή τύχη. Εάν τίποτε άλλο από αίμα, μπορούσε να κορέσει τη σκληρότητα του Κυβερνήτη, ήταν έτοιμος να χύσει το δικό του προς σωτηρία των άλλων

Ο τούρκος απάντησε σύντομα και βάναυσα. Και του Αρχιεπισκόπου η αυτοθυσία εχρησίμευσε να επισπεύσει μάλλον την ιδία του καταστροφή. Ζήτησε λίγες στιγμές για προσευχή. Κατά το χρόνο αυτό το αγαπητό του ποίμνιο, κειτώταν γύρω του δολοφονημένο. Γονάτησε στο μέσο των νεκρών σωμάτων και ενεπιστεύθη το πνεύμα του στα χέρια του Υφίστου. Αποκεφαλίσθηκε και απέθανε χωρίς ψίθυρο.

Γεμάτοι από φρίκη για το θάνατο του σεβάσμιου Πρωθιεράρχου τους, πολλοί από τους ατυχείς Ελληνες, και των δύο φύλων, ζήτησαν άσυλο στους ναούς. Αλλά το καταφύγιο τους γρήγορα παραβιάστηκε από τους θηριώδεις Τούρκους και το δάπεδο έγινε ποταμός αίμαατος. Και το θυσιαστήριο αυτό δεν επροστάτευσε από βιαιοπραγία (violation) όσους κατέφυγαν σ’ αυτό. Και οι τρομοκρατικές σκηνές της Χίου, άν και σε μικρότερο βαθμό, επαναλήφθηκαν στη Λευκωσία».

Η στιγμή του απαγχονισμού του Κυπριανού ήταν πραγματικά δραματική όπως αναφέρεται πιο πάνω στις περιγραφές. Ομως αυτή τη στιγμή την πήρε ο εθνικός βάρδος της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης και την έκαμε ποίημα και αργότερα έγινε τραγούδι.

Ο Μιχαηλίδης έγραψε τον πιο κάτω διάλογο μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και του Κιόρογλου αρχικά (που τον προτρέπει να φύγει για να σωθεί) και αργότερα με τον Κουτσιούκ Μεχμέτ, στο ποίημά του «9η Ιουλίου» – «αποσπάσματα»:

Εν Έσσω μου Τζυπριανέ, ταμάξιν μου ζεμένον

Τα’ αμάξιν μου Τζυπριανέ, εν έσσω αντροσιασμένον.

Τζι’ αν θέλεις για να ποσπαστείς που σίουρην κρεμμάλλαν

Τζι’ αν θέλεις που το θάνατον να φύεις, να γλυτώσεις,

να πας με το χαρέμι μου, κρυφά, κρυφά στη Σκάλαν

Τα κουσουλάτα εν ανοιχτά, να πάεις να τρυπώσεις.

 

Ήρτεν του μουσελλίμ αγά φιρμάνιν που την Πόρταν

τζι εψές, άρπα τζι’ ανόρπιστα, εγίνιν μιτζιλίσιν

τζι’ έσιει πκιον εις το σιέριν του την μαύρην σας την σόρταν.

 

Μα μεν αρκείς Τζυπριανέ, μεν χάννεις τον τζιαιρόν σου

να πάεις, να φαραντζιηστείς, αν θέλεις το καλόν σου

αν σεύρ’ η μέρα το πορνόν, δαμέσα δα εν’ νάσαι

Ανου να πάμεν γλήορα τα’ αμάνιν καρτερά σε

 

Δεν θέλω Κιόρογλου εγιώ, να φύω που τη χώραν,

γιατί αν φύω, το κακόν εν να γινεί περίτου

Θέλω να μείνω Κιόρογλου, τζι’ ας πα να με σκοτώσουν

ας με σκοτώσουσιν εμέν, τζι οι άλλοι να γλυτώσουν

Δεν φεύκω Κιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου

εν να γενεί θανατικόν, εις τους ρωμιούς του τόπου

Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;

Παρά το γαίμαν τους πολλούς, εν κάλλιον του Πισκόπου

 

Λυπούμαι σε Δεσπότη, να μεν σεύρει που το πορνόν,

ο ήλιος μες στην χώραν,

γιατί ευτύς εν να κοπεί η τζιεφαλή σου πρώτη

 

Ενας μουρούζης, έφυεν, έσιει τωρά μιαν ώραν

που κρεμμαλίστην του τεισιού, τζι εξέβην εις την στράταν

Τζιαι πα κατά τον Λάρνακαν, να μπει στα κουσουλάτα.

 

Εφέραν του τζι εφόρησεν μιαν αλλαήν, που τζείνες

τους Πίτσηλλους, συλλούριτζην, λιμίν, λιμίν σαλάταν

Τζιαι σέρτουρα, τζιαι μέρτουρα, στα πόθκια του ποδίνες

μεν τύσιει τζι αγρωνίσει τον, κανένας εις την στράταν.

 

Ευκαριστώ σου Κιόρογλου, πολλά ευκαριστώ σου

θωρώ σε με καλόν γάλα, πως είσαι βυζασμένος

Μα φύε, μεν σε δουν, τζιαι πουν, πως γίνεσαι προδότης

 

Πάλε αν μεν θέλεις πολλά νάσαι ξωμακρυσμένος

μάγκου μου πάμεν έσσω μου, να μεν μείνεις δαπάνω

 

Εγιώνι θέλω Κιόρογλου, να μείνω, τζι ας πεθάνω…

 

Λαλεί του Μουσελλίμ Αγά, είπα σου τζιαι λαλώ σου

πο τούτα ούλλα που λαλείς, εν καθηαρή η καρκιά μας

τζιαί πίστεψε, ει δε καν ου το κρίμα στο λαιμό σου

 

Μπορεί τζιαι ναν καμμιά δουλειά που γίνηκεν κρυφά μας

-Πίσκοπε γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω

τζι όσα τζι αν πεις μεν θαρρευτείς πως εν να σου πιστέψω

Εχω στον νουν μου Πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω

τζι αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζύπρον να παστρέψω

Τζι ακόμα αν ημπόρηα τον κόσμον να γυρίσω

Εθεν να σφάξω τους Ρωμιούς ψησιήν να μεν αφήσω

 

Είπα σου το Κουτσιούκ Μεχμέτ, τζι άλλην φοράν ακόμα.

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου

Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξιλείψει

Κανένας γιατί σιέπει την που τά’ ψη ο Θεός μου

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει.

 

Σφάξε μας ούλλους, τζι ας γενεί, το γαίμα μας αυλάτζιν,

κάμε τον κόσμον ματζιαιλιόν, τζιαι τους ρωμιούς τραούλια

αμμάξερε πως ίλαντρον, όντας στηθεί καβάτζιν

τριγύρω του πετάσσουνται τριακόσια παραπούλια

 

Το νυν, αντάν να τρώει την γην, τρώει την γην θαρκέται

μα πάντα τζείνον τρώεται, τζιαι τζείνον καταλιέται.

 

Είσαι πολλά πικράντερος, όμως αν θεν να σφάξεις

σφάξε τους λας που πολεμούν, αλλού αρματωμένοι.

Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξεις;

πούμαστον δίχως άρματα τζι’ είμαστον νεπασμένοι;

Τότες ο Μουσσελίμ αγάς εψήλωσεν το δειν του

τζι’ είδεν τον με έναν δειν γλυτζύν τζι’ αννοίει τζιαι λαλεί του

-Ο,τι παθαίνει ο άδρωπος εν που την τζιεφαλήν του

του βρένιμου που το σπαθίν προσπάζεται η ζωή του

τζι εσού αν είσαι βρένιμος ποσπάζεις τη ζωή σου

-Μούλλωσε τζι’ εκατάλαβα πριχού να πεις το πειν σου

Μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την εξιντιλείσης

άδικα λόγια μέν χάννεις τζι αρκείς εις τη δουλειά σου

τον ήλιον με το φύσημα μπορείς να τον ισβήσεις;

Φώναξε του τζιελλάτη σου, σας την κρεμμασταρκάν σου

Ο Μουσελλίμμης τζι ούλλοι τους οι Τούρτζιοι ανταν ακούσαν

Στραοπελέτζιν πάνω τους ούλα που νάεν ρίψει

Εμειναν ούλοι τους βρυχτοί νους τα’ άλλου τζαι θωρούσαν

Καθένας που επάσκιζεν την αντροπήν να κρύψει

Ο Μουσελλίμης είδεν πιον πως χάννει αδίκως κόπους.

Ως Αρχιεπίσκοπος και ηγέτης του Κυπριακού Ελληνισμού, παρ’ όλον ότι είχεν την ευκαιρία να διαφίγει και να σόσει την ζωή του προτήμισε να παραμίνει και να υποστεί μαρτυρικό θάνατο. Όπως μας λέει ο Βασίλης Μιχαηλήδης στο ποίημα του: «Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν κάλιων του Δεσπότη». Όχι όπως άλλους που όχι μόνο εδέχθηκαν να του φυγαδεύσουν, αλλά και παρότριναν τον Κυπριακών Ελληνισμόν εις εμφύλιον σπαραγμόν.

https://www.youtube.com/watch?v=dj5oxNCT2Vo

Καρτερούμεν μέραν νύχταν

Καρτερούμεν μέραν νύχταν, να φυσήσει ένας αέρας
σ’ τούντον τόπον πόν’ καμένος τζι εν θωρεί ποττέ δροσιάν,
για να φέξει καρτερούμεν το φως τζείνης της μέρας,
πον’ να φέρει στον καθέναν τζαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν.

Την Μανούλλαν μας για πάντα μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν
για να μας σφιχταγγαλιάσει τζαι να νεκραναστηθούμεν.

Η ζωή μας εν για τζείνην τζαι ζωή μας τζείνη ένι
τζαι πως τρώμεν δίχα τζείνης τζι είμαστιν βασταεροί
εν γιατί με τ’ όνομάν της είμαστιν ποσκολισμένοι
πον’ το βκάλλουν που τον νουν μας μήτε χρόνια με τζαιροί
ξυπνητοί τζαι τζοιμισμένοι εν για τζείνην η καρτκιά μας
που διπλοφακκά για να ρτει τζαι να μείνει δα κοντά μας.

Τα λαμπρά μας ούλλον τζι άφτουν τζι οι καμοί μας εν σιούσιν,
εν’ συμπούρκισμαν φουρτούνας των τζυμάτων του γιαλού
ετσ’ οι λας εν’ που παθθαίνουν όντας ξένοι τζυβερνούνσιν
έχουν μέσα τους φουρτούναν τζι αν τους έχουν προς καλού
τζι όσον τούτοι τζι αν καρδκιούνται που την Μάναν χωρισένοι
η αγάπη τους περίτου γίνεται δρακοντεμένη.

Πκοιος αντίκοψεν ποττέ του, τον αέρα για το τζύμμαν
τζι έκαμεν το για να αλλάξει φυσικόν τζαι να σταθεί;
Ομπροστά στον Πλάστην ούλλοι εν είμαστιν παρά φτύμμαν,
εν’ αβόλετον ο νόμος ο δικός Του να χαθεί
τζαι για τούτον μιτσιοί μιάλοι για την Μάναν λαχταρούσιν
εν’ η γέννα, εν’ το γάλαν, εν’ τα χνώτα που τραβούσιν.

Είντα γάλαν ήταν τότες τζείντο γάλαν που βυζάσαν
ας αμπλέψουν να το δούσιν, είμαστιν ούλλοι εμείς.

Αν περνούσιν μαύρα χρόνια σγοιαν τζαι τζείνα που περάσαν
‘Πο μας ένας έντζε βκαίνει που την στράταν της τιμής

Μητ’ επλάστρηκεν ποττέ του, τζι αν πλαστεί τζι ανοίξει στόμαν
νεκρόν εν να τον ξεράσει τζαι του τάφου του το χώμαν.

 

Για κάθε άνθρωπο πάνω και από τον πατέρα του και τη μητέρα του και όλους τους προγόνους του βρίσκεται η πατρίδα του.

 

Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι.

Παρασκευάς Χαραλάμπους – Email:paraskevas171950@gmail.com

ΠΗΓΗ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *