Η μάχη της Λαγκάδας (18-6-1821)

ΛΑΓΚΑΔΑ

Τότε έγραψε όλα αυτά ο πασσάς του Χουρσίτ πασσά και του λέγει όλους αυτούς τους πολέμους και να του στείλη δύναμιν, ότ’ είναι αδύνατος. Και το ’στειλε τον Χασάμπεγη Βεργιόνη, τον Μπεκίρη Τζογαδούρο, τον Σούλτζε Κόρτζα, και άλλους πολλούς μπιμπασάδες, ως εφτά χιλιάδες. Πήγαν εις Άρτα και εκεί συνάχτηκαν και πήγαν εις Κομπότι και κάμαν σκέδιον ν’ αφήσουνε όλη την αδυναμίαν οπίσω εις Κομπότι και αυτείνοι όλοι ως έξι χιλιάδες εις το γελέκι να κινηθούν δια την Λαγκάδα, οπού ’ναι ένα στένωμα όλο κοντόρεικον και αγριόβατα τυλιμένον. Και εκεί, την θέση εκείνη την βαστούσε ο Γώγος, ο ’Ισκος, ο Γιωργάκη Βαλτινός, ο Καραγιαννόπουλος, και ήταν και οχτώ Tούρκοι με τους Έλληνες, κεφαλή ο Σουλεϊμάν Βερνόζης, όλοι εκεί ογδοήντα ένας. Ριχτήκανε όλη αυτείνη η δύναμη των Tούρκων ’σ αυτούς τους ολίγους. Ο Γώγος τους είπε να μην ρίξη κανένας, αν δεν ρίξη πρώτος αυτός. Ριχτήκανε απάνου τους οι Tούρκοι με μεγάλη γενναιότητα, ότι εκείνη η ’μέρα εκεί ήταν η τύχη και των Tούρκων και Ελλήνων. Παίρναν οι Tούρκοι μίαν πέτρα και βαίναν εις το μέτωπον και ’σ τ’ άλλο χέρι το σπαθί και κάμαν πλήθος γερούσια αναντίον των Ελλήνων και όλο σκοτώνονταν χωρίς να βγάλουν αποτέλεσμα. Ότι τότε οι Έλληνες ορκίστηκαν να δουλέψουν δια θρησκεία και πατρίδα και δεν τους κόλλαγε μολύβι, ούτε σπαθί.1

Αφού πολέμησαν σαν λιοντάρια Tούρκοι και Έλληνες περίτου από οχτώ ώρες, σκοτώθηκαν Tούρκοι εκεί απάνου από χίλιοι και ήταν τα κουφάρια τους έναν χρόνον άλυτα, ξεράθηκαν. Καθώς επέσανε και πληγωμένοι αρκετοί, γιόμωσε η Άρτα. Και τους πήραν ομπρός οι Έλληνες με τα μαχαίρια και τους πήγαν κυνηγώντας ως το Κομπότι σκοτώνοντας και παίρνοντας λάφυρα. Δεν κατηγοριώνται ούτε οι Έλληνες εις την αντρεία, ούτε οι Tούρκοι σαν λιοντάρια πολέμησαν και τα δυο μέρη. Όμως η αδικία, όσο να κάμη η αντρεία, νικιέται, ότι βήκαν από του Θεού τον δρόμον οι Tούρκοι. Όλοι οι αρχηγοί, οπού ’ταν εκείνη την ημέρα εκεί, και οι στρατιώτες κάμαν τα χρέη τους. Λαμπρύνεται και δοξάζεται ο μακαρίτης Γώγος. Χάριτες του χρωστάγει η πατρίς, ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε. Και ανάστησε την πατρίδα εκείνη την ημέρα. Αν διάβαιναν αυτείνη η Τουρκιά τότε, καθώς ετοίμαζε κι’ άλλες μεγάλες δύναμες ο Χουρσίτ πασσάς, θα λευτέρωναν όλους τους πολιορκουμένους παντού, οπού τους πολιορκούσαν οι Έλληνες εις Βόνιτζα, Βραχώρι και αλλού. Και απολπίστηκαν σαν μάθαν αυτόν τον σκοτωμόν αυτεινών. Και τους κυρίεψαν όλους τους Tούρκους παντού οι Έλληνες και λευτέρωσαν αυτά τα μέρη. Ο πόλεμος έγινε τα 1821, Γιουνίου 18. Έλληνας δεν σκοτώθη κανένας

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Τώρα τους λέγει ο Βιάρος και ο Αγουστίνος: «Ποιος σας είπε να σκοτωθήτε και ν’ αφήσετε χήρες γυναίκες κι» αρφανά παιδιά; Σύρτε διακονέψετε», τους λέγει. Και ο Αγουστίνος δεν είχε ούτε γομάρι, όταν ήρθε από τους Κορφούς, και τώρα έχει είκοσι άτια κι’ αλάφια και πλατόνια. Και παραλυσίες πλήθος. Από τον Μουχτάρπασσα και Βελήπασσα γλυτώσαμε και εις την ηθικήν αυτείνων αντέσαμε.

Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *