Η διχόνοια (με αφορμή την Μάχη της Αγίας Μαρίνας – Απρίλιος 1822)

Απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη

 

Άνοιξη του 1822. Μετά την πτώση του Αλή Πασά οι τουρκικές δυνάμεις είναι ελεύθερες να ασχοληθούν με τους επαναστατημένους Έλληνες. Τη θέση του Χουρσίτ Πασά έχει πάρει ο Ομέρ Βρυώνης.

Έχει προηγηθεί η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ή Πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 – 16 Ιανουαρίου 1822), η οποία ανακήρυξε Πρόεδρο του Νομοτελεστικού Σώματος τονΑλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που προσέφερε στον Ιωάννη Κωλέττη τη θέση του Μινίστρου (Υπουργού) των Εσωτερικών, ενώ για μικρό διάστημα ανέλαβε και τη θέση του Μινίστρου των Στρατιωτικών.

Στις 15-20 Νοεμβρίου 1821, συνήλθε ένα συμβούλιο στην Άμφισσα στο οποίο συμμετείχαν πληρεξούσιοι της Στερεάς, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Υπό την καθοδήγηση τουΘεόδωρου Νέγρη συντάχθηκε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», ένα είδος Συντάγματος και θεσμοθετήθηκε ένα κυβερνητικό σχήμα, ο Άρειος Πάγος, τα 14 μέλη του οποίου έλαβαν αργότερα μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Εν τω μεταξύ, η διαμάχη μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών, που τόσα δεινά επέφερε, οδηγώντας στον Α’ Εμφύλιο Πόλεμο (Φθινόπωρο 1823 – Ιούλιος 1824),  έχει ήδη αρχίσει.

Ας αφήσουμε τον Μακρυγιάννη να μας εξιστορήσει τα γεγονότα…

***

Επήγαν όλοι κι’ ανταμώθηκαν, όλοι οι αρχηγοί της ανατολικής Ελλάδος, ανταμώθηκαν εις τουρκοχώρι, γνωρίστηκαν με τον Υψηλάντη και Νικήτα και μιλήσανε να κινηθούν δια την πατρίδα. Μετρήθηκαν πόσα στρατέματα μπορεί να ’χουν όλοι, και μετρήθηκαν το όλο και ήταν ως εφτά χιλιάδες. Κι’ αποφάσισαν να ετοιμαστούν να κινηθούν δια την Αγιαμαρίνα και Στυλίδα και Πατρατζίκι. Κι’ ο Αργειοπάγος να τους ετοιμάση τα καράβια και τ’ αναγκαία του πολέμου.

Αφού ανάλαβα κ’ εγώ, οπού ήμουν αστενής, μου παράγγειλε ο Γώγος επίτηδες να πάγω εκεί. Αυτό μαθαίνοντας οι πατριώτες, με παρακίνησαν να μην πάγω εκεί, να μείνω εδώ οπού ’ναι η πατρίδα μου, κ’ ένας αγώνας είναι κ’ εκεί κ’ εδώ. Τότε του παράγγειλα του Γώγου, ότι είμαι αστενής και δεν πάγω.1 Αφού έμεινα ’στην ανατολική Ελλάδα, γράφτηκα ότι θέλω δουλέψη την πατρίδα μου με πίστη κι’ αμιστί. Οι άλλοι όλοι, οι αρχηγοί και στρατιώτες, πλερώνονταν από τους κατοίκους. Θέλησαν και τέσσερα χωριά του Σαλώνου Σερνικάκι, Κούσκι, Αγιώργης, Σεργούνι να με βάλουν κεφαλή τους, να τους συνάζω να πηγαίνωμεν εις τα δεινά κι’ αγώνες της πατρίδος, το φτόνησαν οι άλλοι οι αρχηγοί αυτό, να μην τους λιγοστέψω τον ραγιά τους. Όμως τα χωριά επίμεναν και τα τέσσερα συνφώνως, και τα σύναζα και πηγαίναμεν όθεν ήταν αγώνας και πηγαίνανε και οι άλλοι.

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος (1782-1849)

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος (1782-1849)

Έγινε το σκέδιον να κινηθούν αναντίον των Tούρκων. Ο Αργειοπάγος ετοίμασε τα καράβια. Πέρασε ο Δυσσέας, ο Νικήτας κι’ ο Γιωργάκη Δυοβουνιώτης δι’ Αγιαμαρίνα και Στυλίδα. Ο Πανουργιάς κι’ ο Υψηλάντης αποφασίστη να καθίσουνε εις την Δρακοσπηλιά, οι άλλοι, Σαφάκας, Καλτζοδήμος, Κοντογιανναίγοι, Δυοβουνιώτης, Γιολντασαίοι να πάνε εις Πατρατζίκι. Και το σκέδιόν τους ήταν να βαρέσουνε όλοι μαζί εις την Στυλίδα και Αγιαμαρίνα και Πατρατζίκι το Μεγάλο Σαββάτο συνφώνως, εκείνη την ημέρα, να μεραστούν οι Tούρκοι. Και κινήθη ο καθείς δια την διορισμένη του θέσιν. Εβήκαν εις την Στυλίδα κι’ Αγιαμαρίνα την διορισμένη ’μέρα, τα ’βραν πιασμένα από τους Tούρκους και τα δυο μέρη, τους πολέμησαν γενναίως, άλλους κάψαν εις τα σπίτια, άλλους κυργέψαν, άλλους σκοτώσαν και πήραν και τις δυο θέσες οι Έλληνες. Οι άλλοι οπού πήγαν εις Πατρατζίκι δεν βάρεσαν ντουφέκι το Μεγάλο Σαββάτο, οπού βάρεσαν οι άλλοι εις Αγιαμαρίνα κι’ αλλού. Τότε η Τουρκιά έπεσε, όλη η δύναμη, απάνου τους με καβαλλαρία, με πεζούρα, με κανόνια, με πρώτη ορμή των Tούρκων, και τους πήγαν μέσα εις τα ταμπούρια τους τους Έλληνες, κ’ έφκειασαν χαρακώματα οι Tούρκοι, ότ’ ήταν πολλή δύναμη και με τ’ αναγκαία τους, και οι δικοί μας δεν είχαν ούτε ψωμί.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε έγχρωμη λιθογραφία του Adam Friedel (1825)

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε έγχρωμη λιθογραφία του Adam Friedel (1825)

Αφού είδε ο Δυσσέας όλη αυτείνη την δύναμη απάνου τους, τους έστειλε άνθρωπο εις το Πατρατζίκι και τους περικάλεσε να βαρέσουνε κατά την συνφωνίαν τους κ’ έτζι να μεραστή η δύναμη των Tούρκων. Τρόμαξαν λοιπόν να βαρέσουνε, χωρίς όρεξη, την Τρίτη της Λαμπρής. Αφού όμως είδαν οι Tούρκοι αυτείνη την αδιαφορία εκείνων ’στο Πατρατζίκι και την διχόνοιαν, λίγη προσοχή είχαν εκεί, κι’ ο πόλεμος πεισματώδης, νύχτα και ημέρα πολεμούσαν εις Αγιαμαρίνα, κι’ αφανίστηκαν οι άνθρωποι από τον σκοτωμόν του ντουφεκιού και γρανάτων, και καταπληγώθηκαν και γιατρόν δεν είχαν, και ταίνιασαν από την πείνα. Μισή χούφτα αραποσίτι παίρναν κ’ έτρωγαν δεκαφτά μερόνυχτα. Είχαν τον Άργειον Πάγον να τους προμηθεύη τ’ αναγκαία του πολέμου κι’ αυτείνοι, οι αφεντάδες, κάθονταν εις τα καράβια κ’ έτρωγαν κ’ έπιναν, κ’ εκείνους οπού κιντύνευαν δια την πατρίδα τους προμήθευαν διχόνοιαν και διαίρεσιν αναμεταξύ τους. Αφού τ’ ασκέρια είδανε οπού λαβώνονταν οι άνθρωποι και πέθαιναν αδίκως, και νηστικοί και διψασμένοι, αγανάχτησαν αναντίον των αρχηγών τους, οπού τους πήγαν εις το μακελλειό χωρίς καμμίαν ετοιμασίαν, και τους βιάσανε είτε να τους πάνε φελούκες να μπαρκαριστούν, είτε να φύγουν με γερούσι της στεργιάς. Παραγγέλνει αυτό ο Δυσσέος τ’ Αργειοπάγου, δεν του αποκρίνονται τίποτας, αλλά φώναξε τους καραβοκυραίους ο Άργειος Πάγος και τους λέγει να μην πλησιάση κανένας με φελούκα εις τ’ ορδί – και ας χαθούνε όλοι. Είχαν πάθος με τον Δυσσέα κι’ αποφάσιζαν οι καλοί πατριώτες δια την ιδιαιτέρα τους διχόνοιαν με ένα άτομο, να χαθούνε τρεις χιλιάδες στράτεμα και περίτου. Και η πατρίς αυτό το στράτεμα μόνον είχε εις την εξουσίαν της, ότι οι άλλοι γύρευαν βαθμούς και ταξίματα και κάθονταν άνεργοι. Και σαν χάνονταν αυτείνοι, ποιοι θα πολεμούσαν τους Tούρκους; Εκείνοι οπού πολεμούσαν εκεί πολέμησαν και ύστερα τον Δράμαλη εις Πελοπόννησο κ’ έξω εις την Ρούμελη, τουςζαϊρέδες οπού θα ’μπαζαν οι Tούρκοι, τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησον και χάθη ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο είχε να χαθή; Οι φίλοι Αργειοπαγίτες, κιότεψαν ότι δεν θα υπάρξωμεν, με το φτάσιμον του Δράμαλη, και θα ’καναν δούλεψη των Tούρκων ν’ αφήσουνε να σκοτωθούνε οι κεφαλές και να χαθή το στράτεμα εκείνο – και θα ήταν σίγουροι αυτείνοι κι’ ασφαλισμένοι, σαν αφεντάδες οπού ήταν, κοντά εις τους Tούρκους.2

Τότε ο Δυσσέος, αφού είδε ότι ο Αργειοπάγος θέλει να χαθούνε και τ’ ασκέρι θύμωσε αναντίον τους, των αρχηγών, και ήθελαν να τους σκοτώσουνε, αποφάσισε ν’ αφήση την θέση, είχε κάτι καραβοκυραίους φίλους του κ’ έστειλε και πήγαν κρυφίως την άχλιανκατάστασίν τους και την νύχτα του πήγαν φελούκες κ’ έβαλε ανθρώπους και πήγαν κ’ έφεραν κι’ άλλες κι’ άρχισε το μπαρκάρισμα μυστικώς όλη νύχτα, να μη νοιώσουν οι Tούρκοι τίποτας. Μπαρκάρισε πρώτα τους λαβωμένους κι’ άρρωστους, ύστερα τους κιοτήδες και ύστερα μπαρκάρισε τους άλλους. Από την μίαν αυγή ως την άλλη μπαρκαρίζονταν, κι’ αλλού ύστερα στάθη με τον Νικήτα κι’ άλλους κ’ έβαλαν φωτιά, και τότε πήραν χαμπέρι οι Tούρκοι κ’ έρριχναν κανόνια κοντά τους. Και σώθηκαν όλοι εις τα καράβια. Τότε οι Αργειοπαγίτες έστειλαν τους καραβοκυραίους και τον αρχηγό της φρουράς τους και του είπαν του Δυσσέου να τον πάνε εις το καράβι, πως έχουν να μιλήσουνε, και μ’ απιστιά να τον σκοτώσουνε. Κι’ αυτείνοι ως πατριώτες δεν θέλησαν να γένη αυτό, ότι κιντύνευε η πατρίς τότε, είχε ανάγκη από καντιποτένιους ανθρώπους κι’ όχι από τον Δυσσέα οπού ’τρεμε η Τουρκιά, οπού ’λεγαν πως είχε εξήντα χιλιάδες στράτεμα, και είχε φτερά εις τα ποδάρια. Λίγο τους έμελλε τους καλούς πατριώτες ότι θα κιντύνευε η πατρίς. Κι’ αν ήταν κακός ο Δυσσέας, αυτείνοι ως γνωστικοί μπορούσαν να τον συβουλέψουν να γένη κι’ αυτός καλός και τα δεινά της πατρίδος να λιγόστευαν.

Δημήτριος Υψηλάντης (1794 – 5 Αυγούστου 1832)

Δημήτριος Υψηλάντης (1794 – 5 Αυγούστου 1832)

Αφού μπαρκαρίστηκαν, δεν τους μίλησε τίποτας των Αργειοπαγίτων ο Δυσσέας. Εβήκαν εις Μπουντουνίτζα το στράτεμα όλο. Από ’κεί ο Δυσσέας τους έκαμεν μια αναφορά και βάνει και το δίπλωμα μέσα, οπού τον είχε κάμη ο Αργειοπάγος χιλίαρχον, και τους γράφει: «Προς τον σεβαστόν Άργειον Πάγον. Όσες αντενέργειες μου κάμετε και σκέδια αναντίον μου, δια να χαθώ κ’ εγώ, να χαθή κι’ όλο το στράτεμα εξ αιτίας μου, μου είναι γνωστά όλα αυτά. Σας είχα εις το χέρι, και σας έχω, να σας κάμω ό,τι θέλω, δεν καταδέχομαι, ότ’ είστε κυβερνήται της πατρίδος μου. Σαν γνωρίζετε ότ’ είμαι κακός άνθρωπος και κιντυνεύει η πατρίς εξ αιτίας μου, τραβιώμαι ’σ ένα μέρος και δεν ανακατώνομαι. Και στείλτε λάβετε τους ανθρώπους και βάλτε όποιον θέλετε κεφαλή σ’ αυτούς. Λάβετε και το δίπλωμά σας οπίσου και εις το εξής δεν ανακατώνομαι σε τίποτα, να μην κιντυνεύη η πατρίς δια ’μένα και κάθε ολίγον κιντυνεύουν να χαθούν και οι αγωνισταί». Απάντηση τ’ Αργειοπάγου: «Προς τον Δυσσέα Αντρίτσο: Ελάβαμε την αναφορά σου και δίπλωμα, κόπιασε εις την δουλειά σου και στέλνομε και κυβερνούμε τους ανθρώπους». Τον Δυσσέα εγώ τον έχω εχθρό, γύρευε να με σκοτώση, όμως σημειώνω αυτά εδώ, γιατί τ’ άκουσα από τον ίδιον τον Νικήτα, από τον γραμματικόν του κι’ απ’ άλλους αξιωματικούς. Ο Υψηλάντης κι’ ο Πανουργιάς μαθαίνουν την απάντηση τ’ Αργειοπάγου, ρωτάν τον Δυσσέα τι είναι αυτό. Τούτος τότε τους έδειξε την κόπια της αναφοράς του και την απάντησίν τους, των Αργειοπαγίτων. Λέγει ο Υψηλάντης: «Εγώ σου τα είπα όλα, όταν σμίξαμε, αυτά έβλεπα οπού ’νεργούσαν μέσα εις την Κυβέρνησιν, οπού ήμουν μέλος κ’ εγώ, και σηκώθηκα κ’ έφυγα κ’ ήρθα ν’ ανταμωθούμε όλοι μαζί να δουλέψωμε πιστά, ίσως και σώσουμε την πατρίδα, ότι κιντυνεύει από ’μάς τους ίδιους, και θα χαθή κατά τον πατριωτισμόν οπού δείχνεται εις τους αγωνιστάς και εις τους τίμιους ανθρώπους».

O Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 - 1847)

O Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 – 1847)

’Σ αυτά όλα έφταιγε ο Κωλέτης. Από τον Αλήπασσα – ήταν γιατρός του Μουχτάρπασια– γνώριζε τον Δυσσέα τι νου είχε, ήταν ο καλύτερος απ’ όλους τους άλλους στρατιωτικούς. Δεν μπορούσε να τον παίξη αυτόν ο Κωλέτης. Κ’ ήθελε να τον βγάλη από τη μέση και να κάμη τους δικούς του, σκοπούς. Ο Κωλέτης είναι από τους Καλαρρύτες. Όταν χαλάστηκαν οι Καλαρρύτες από τους Tούρκους, πέρασε από το Γώγο κι’ αλλουνούς αρχηγούς της δυτικής Ελλάδος και πήρε συστατικά εις την Κυβέρνησιν, ότι γνωρίζαμε αυτόν και τον κάναμε αντιπρόσωπό μας. Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι άμαθοι και άπραγοι ’σ τα πολιτικά, τότε αυτός, πανούργος, ενώθη με τους ξεκλησμένους ανθρώπους κ’ έπαιξε την πατρίδα όπως ήταν η όρεξη του. Μαθητής των Tούρκων και κατεξοχή του τύραγνου Αλήπασσα, τέτοια φώτα σαν εκεινού θα δώση εις την πατρίδα και τέτοια έργα να ’νεργήση.

Όταν κιντυνεύει η πατρίς, αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους, τους κατατρέχει αυτός και οι φίλοι του, οπού ’ναι Αργειοπαγίτες. Ότι ο Δυσσέας δεν τον γνώριζε ως πληρεξούσιον κι’ όποιον κεντρί τον αγκυλώση – εκείνο τήραγε κι’ ο Κωλέτης να ξερριζώση, τους άλλους τους γέλαγε με κούφια καρύδια – λόγια παχειά και με λιθάρια ’στον τουρβά τους ανάπευε. Να μην του κόψη το βυζί του Κωλέτη ο Δυσσέας, θα τον φάγη κι’ ας κιντυνέψη και η πατρίς. Αυτός τι τον μέλει; ’σ άλλον πασιά γίνεται γιατρός, γράφει και του Κιτάγια να είναι εις την εύνοιά του. Αλοίμονο εις την πατρίδα κ’ εμάς, οπού θα χαθούμε μαζί μ’ αυτείνη.

Αφού έμαθε ο κόσμος, όλοι οι κάτοικοι της Λιβαδιάς κι’ ασκέρια, τι έγραψε ο Δυσσέας τ’ Αργειοπάγου και την απάντησιν οπίσου εις τον Δυσσέα, πήγαν όλοι και το’ ’πεσαν εις το λαιμό του, το ίδιον κι’ ο Υψηλάντης και Νικήτας κι’ άλλοι, κ’ έμεινε. Τότε ο Αργειοπάγος μαθαίνοντας αυτό, στέλνει έναν γραμματικόν του πιστόν εις τον Νικήτα και του λέγει να σκοτώση τον Δυσσέα ο Νικήτας και να βάλουν αυτόν αρχηγόν. Ο γραμματικός είχε κ’ ένα γράμμα από αυτούς και του είχαν ειπή να το διαβάση ο ίδιος γραμματικός, (ότι δεν ξέρει γράμματα ο Νικήτας). Όταν το διάβασε και του είπε και στοματικώς, τότε του λέγει ο Νικήτας: «Να σε σκοτώσω δεν καταδέχομαι, έναν τοιούτον άνθρωπον, και φεύγα να μην σε μάθη ο Δυσσέας και σε σκοτώση και μαγαρίση τα χέρια του σε τέτοιους κακούς πατριώτες, οπού κιντυνεύει η πατρίς και θέλουν να σκοτώσουνε τους ανθρώπους οπού είναι ελπίδα να την σώσουνε». Ο γραμματικός είδε αυτή την συμπάθεια από τον Νικήτα και του λέγει: «Κάτι να σου ξηγηθώ, και μην με προδώσης, του λέγει: εμένα μο’ ’λεγαν ότι εσείς όλοι είστε θερία και πίστευα τα λόγια αυτεινών. Εσείς κι’ όντως θα σώσετε την πατρίδα. Αυτεινών, του λέγει, είμαι πιστός τους και συγγενής ενού από αυτούς και ’σ ό,τι ’νεργάγη η Διοίκηση κι’ ο Αργειοπάγος εμένα στέλνουν, και τα σκέδιά τους κι’ ό,τι ’νεργούνε τα ξέρω όλα, κ’ είναι αυτά, να βαίνουν έναν τον άλλον να σκοτώνη και να σας σκοτώσουνε όλους και τότε να βάλουν δικούς τους ανθρώπους. Και δεν θ’ αφήσουνε, αν μπορέσουνε, κανέναν από σας». Και του λέγει όλα τους τα σκέδια κι’ ορκίζει αυτόν και τον Δυσσέα να μην ειπούμε τίποτας, ότι τον σκοτώνουν κι’ αυτόν, ότ’ είναι τοιούτως ορκισμένοι. «Και να παραγείλετε αυτό, τους λέγει και του Κολοκοτρώνη κι’ όλων των σημαντικών αρχηγών». Τότε τους τα είπε κι’ ο Υψηλάντης κ’ έστειλαν το γράμμα του Κολοκοτρώνη και μίλησαν και των αλλουνών και πήραν μέτρα.3

Και πότε θέλουν να κάνουν αυτά; Όταν ο Δράμαλης κι’ άλλοι πασσάδες με τόσες χιλιάδες φοβερίζουν την δυστυχισμένη πατρίδα και κιντυνεύει. Αχ, πατρίδα μου, δεν θα σ’ αφήσουν ζωντανή, ότι αυτείνοι σε κυβερνούν κι’ άλλοι τοιούτοι κι’ απ’ αυτούς κρέμεσαι. Η ψυχή τους ολουνών είναι η ίδια, δόλον θυσιάζουν δια εσένα πλήθος, κι’ αρετή και πατριωτισμόν τελείως. Και κιντυνεύεις, μ’ αυτά δεν θα πας ομπρός. Πότε γύρευαν να σκοτώσουνε τους οπλαρχηγούς σου; Όταν εσύ, πατρίδα, είσαι εις τον γκρεμνό να τζακιστής, να χαθής. Και βέβαια δεν θα γλύτωνες τότε, ότι εκείνοι οπού είχαν την επιρρογήν θα τους σκότωναν. Οι νέγοι τι θα ’κάναν, όταν σε κυρίεψε τόση Τουρκιά, Ρούμελη και Πελοπόννησο; Πώς θα πάγαινε ο πολίτης με νέους οδηγούς, οπού δεν ήξερε να φυλάξη την πατρίδα, όταν τον οδηγούσαν κεφαλές, κ’ εκείνος έτρεχε όθεν μπορούσε κι’ άκουγε λόγια αυτεινών και ύστερα τα αιστάνεταν και πάγαινε και συμμορφώνεταν με την κεφαλή του, τον μεγαλύτερόν του, και τον οδηγούσε και γλύτωνε κ’ εκείνος και οι πολίτες.4 Δεν άφιναν οι καλοί πατριώτες να ’βγη η πατρίς από τον κίντυνον – και ύστερα ας βάλουν την διάθεσίν τους ’σ ενέργειαν να σκοτώσουν όλους. Ότι αυτό είναι πατρογονικόν, όποιος δουλεύει πατριωτικώς αυτό το βραβείο έχει. Και οι Αθηναίγοι του Θεμιστοκλή αυτείνη την ανταμοιβή το ’καμαν, κι’ αλλουνών πολλών. Όχι όμως όταν ήταν η πατρίς σε κίντυνον, όταν ησύχαζε.

Εβάλετε και νέον αρχηγόν εις το φρούριον της Κόρθος, Αχιλλέα τον έλεγαν, λογιώτατον, κι’ ακούγοντας το όνομα Αχιλλέα, παντηχαίνετε ότ’ είναι εκείνος ο περίφημος Αχιλλέας. Και πολέμαγε τ’ όνομα τους Tούρκους. Δεν πολεμάγει τ’ όνομα ποτέ, πολεμάγει η αντρεία, ο πατριωτισμός, η αρετή. Κι’ ο Αχιλλέας ο δικός σας, ο φρούραρχος της Κόρθος, λεβέντης ήταν, Αχιλλέγα τον έλεγαν, είχε και το κάστρο εφοδιασμένο από τ’ αναγκαία του πολέμου, είχε και τόσο στράτεμα. Όταν είδε τους Tούρκους του Δράμαλη από μακρυά, και ήταν και καταπολεμησμένος από Ρούμελη, από Ντερβένια, βλέποντάς τον ο Αχιλλέας άφησε το κάστρο κ’ έφυγε, απολέμηστο. Να ήταν ο Νικήτας, έφευγε; Ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι; Όχι βέβαια. Ότι τον καρτέρεσαν αυτοί τον Δράμαλη εις τον κάμπο και τον αφάνισαν, όχι ’σ εφοδιασμένο κάστρο και σαν το κάστρο της Κόρθος.

Σαν σκοτώναμε τον Δυσσέα, κύριε Κωλέτη, τότε οπού ’θελες η Εκλαμπρότη σου, όταν ήρθαν τόσοι πασσάδες και δώδεκα χιλιάδες ασκέρι και η ανατολική Ελλάς μισοπροσκύνησε κι’ ο Δυσσέας μ’ ένα ντεσκερέ του τους έδιωξε, ποιος θα τους έδιωχνε, αν δεν ήταν ο Δυσσέας; Ποιος είχε την επιρρογή και ικανότη αυτεινού; Δεν θα κυριεύαν όλα τα μέρη εις την άχλιαν κατάστασιν οπού βρισκόμασταν; Λίγον σ’ έμελλε εσένα και τους συντρόφους σου τους αγάδες τους έχετε αφεντάδες κ’ εσείς ψυχοπαίδια τους, δεν θα παθαίνετε εσείς τίποτα. Όμως από την Αθήνα κι’ απάνου θα τους σκλάβωναν όλους, θα σκλάβωναν και το Γριπονήσι, γιατ’ ήταν εκεί κι’ άλλο πλήθος Tούρκοι και πρόσμεναν κι’ αυτούς ν’ αφανίσουνε τους κατοίκους, και μ’ ένα ντεσκερέ του Δυσσέα πήγαν ’στο Ζιτούνι και Λάρσα και διαλύθηκαν όλως διόλου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (Κωνσταντινούπολη, 3 Φεβρουαρίου 1791 - Αίγινα, 6 Αυγούστου 1865)

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (Κωνσταντινούπολη, 3 Φεβρουαρίου 1791 – Αίγινα, 6 Αυγούστου 1865)

Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύνφωνος κι’ αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σκέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς. Το ’βαλε και αυτός ’σ ενέργεια ευτύς, άμα ήρθε ’στο Μισολόγγι, χωρίς να χάση καιρόν. Ηύρε πρόφαση η Εκλαμπρότη του εις το Μισολόγγι, ότι ο Καραϊσκάκης αγροικήθη με τους Tούρκους. Έβαλε ανθρώπους δικούς του, τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του, να τον σκοτώσουνε. Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι, κι’ αν δεν τον γλύτωναν οι συντρόφοι του, θα τον σκότωναν.

Ακούτε, εσείς; Ο Καραϊσκάκης, από δέκα χρονών παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Tούρκους, οπού τους σκότωνε μέσα τους λόγγους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί δια την λευτεριά. Ο Εκλαμπρότατος, το ζυμάρι των Tούρκων, ο δουλευτής αυτείνων, των Tούρκων, ο Μαυροκορδάτος, ο αγαπημένος των τύραγνων, κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάση εις θάνατον! Χαζίρι τ’ αργαλεία της δικαιοσύνης του και της αρετής του να τον πάνε εις τον Άδη, αφού γλύτωσε από τόσες πληγές και δυστυχίες, οπού υπόφερε δι’ αυτείνη την πατρίδα.

Γεώργιος Καραϊσκάκης (23 Ιανουαρίου 1780 ή 1782 - 23 Απριλίου 1827)

Γεώργιος Καραϊσκάκης (23 Ιανουαρίου 1780 ή 1782 – 23 Απριλίου 1827)

Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν. Η γυναίκα με τα μουστάκια, οΚωσταμπότζαρης, ο Στάικος και οι άλλοι του όμοιοι, οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει, τον λένε «Εκλαμπρότατον» και τους λέγει «γενναιότατους», πού αγωνίστηκαν αυτείνοι, οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι; Εσύ, Εκλαμπρότατε, από τον καιρόν οπού κόπιασες όλο νέα πράματα ήφερες εις την πατρίδα, διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε, φατρίαν μας ήφερες, νέον φρούτο ’σ εμάς τους Έλληνες, παραλυσίαν κι’ αφανισμόν. Αν ’πιτύχαινες να σκοτώσης τον Καραϊσκάκη, πού θα τον βρίσκαμε όταν η Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιά και προσκύνησαν όλοι από την καλή σας κυβέρνησιν κι’ αρετή, οπού δείξετε εις την πατρίδα όλοι εσείς οι πολιτικοί; Αυτός ο Tούρκος, ο Καραϊσκάκης, σύναξε όλους τους οπλαρχηγούς και πήγε μαζί μ’ αυτούς με τα ίδια τους έξοδα και θυσίες, κ’ έχοντας όλη την αγάπη ’σ αυτόν, πήγαν και ξαναλευτέρωσαν την πατρίδα και εις την Αράχωβα και Δίστομον στήσαν πύργους με κεφάλια των Tούρκων. Πώς δεν πάγαινες κ’ εσύ, Εκλαμπρότατε, πώς δεν πάγαινε ο άλλος Εκλαμπρότατος, ο «τζίτζιλε φίτζιλε» συναδελφό σου Κωλέτης; Πώς δεν πάγαινε ο Εκλαμπρότατος Μεταξάς, ο Κόντε Λάλας οπού μάτωσε το χέρι του εις το Λάλα και θέλει όλη την Ελλάδα να πάρη υποστατικόν, να ξαγοραστή το πολυτίμητό του αίμα οπού ’χυσε εις το Λάλα; Βέβαια αυτός θυσιάστη, ο Κόντε Λάλας, ο Εκλαμπρότατος. Και συνφωνείτε όλοι εσείς να σκοτώσετε τους οπλαρχηγούς και σημαντικούς στρατιωτικούς, οπού θυσιάστηκαν δια την πατρίδα και το ’βρετε σεις χαζίρι. Ο Γιαννούλη Νάκος, Κόντε Λάλα, τι σπίτι ήταν; Σημαντικόν, με τόση κατάστασιν κι’ όλα του τ’ αγαθά και τζιφτιλίκια. Κ’ έμεινε δυστυχής δια την πατρίδα. Κι’ ως γείτονας εσύ, Κόντε Λάλα, και ως σημαντικός, σ’ έκαμε κουμπάρον και του βάφτισες τόσα παιδιά. Και του διατίμησες την φαμελιά του, όσο οπού τον πέθανες κι’ αυτόν, τον τίμιον άνθρωπον, το σημαντικόν σπίτι της Ρούμελης.

Κ’ ενωθήκετε όλοι με τους παντίδους κι’ αφανίσετε την πατρίδα από ηθική και από αρετή και πατριωτισμόν. Δεν πάγει η πατρίς ομπρός με τον πατριωτισμόν και ηθική την δική σας, πάνε τα ξένα σας όργανα. Δεν σας άρεσε ο Υψηλάντης, βέβαια δεν είχε την δική σας αρετή, ότι θυσιάσαν οι Υψηλάντες πρώτα ζωή, πλούτη, και θυμώνται Θεόν, πατρίδα και θρησκεία. Και δι’ αυτό δεν είναι καλός. Δεν είναι καλός ο Καποδίστριας και του αντενεργάτε, όμως είναι μάστορής σας, στο σκολείον οπού διαβάζετε εσείς ακόμη, εκείνος το ξεσκόλησε. Και είτε θα μονοιάσετε όλοι να προκόψετε την πατρίδα, είτε θα την προκόψη μόνος του αυτός με τ’ αδέλφια του. Η διάθεσή σας ολουνών φαίνεται, κι’ ο Θεός βλέπει τον πατριωτισμό σας και θα λάβετε την ανταμοιβή, οπού αξίζετε, ότι τόσα αίματα αθώα οπού χύθηκαν και τόσες θυσίες οπού ’γιναν δεν θα τ’ αφήση αυτός να πάνε χαμένα.

Ο Αλέξη Νούτζος ήταν το σημαντικώτερον σπίτι της Ρούμελης πρίντζηπας του Ζαγοργιού, αγαπημένος πολύ του Αλήπασσα κι’ όλων των αλλουνών πασσάδων και ριτζαλιών τους, τίμιος άνθρωπος, καλοθελητής της ανθρωπότης. Πολλούς Ρωμαίους, Οβραίους, Tούρκους εγλύτωνε από την κρεμάλα. Τέλος ήταν πασσάς Ρωμαίος, αγαπημένος απ’ ούλους τους σημαντικούς Έλληνες στρατιωτικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς. Ήταν στο Σούλι οπού αγωνίζονταν, εις την Λαγκάδα, Μακρυνόρο κι’ αλλού εις τα δεινά της πατρίδος. Και ξόδιασε κι’ όλη του την κατάστασιν δια την πατρίδα.

Τελειώνοντας ο πόλεμος από την δυτική Ελλάδα, ήρθε εις την Κυβέρνησιν. Αυτός ο δυστυχής δεν τους γνώριζε αυτούς. Ο κύριος Κωλέτης ήταν ’σ τα πράματα, υπουργός του πολέμου και τρογυρισμένος με τους όμοιους του φίλους. Αφού είδε τον Αλέξη Νούτζο ο Κωλέτης οπού ’ρθε, υποπτεύτηκε ότι θα ’παιρνε αυτός τα πρωτεία κ’ επιρρογή της Ρούμελης, ότι τον ενικούσε ’στην ικανότη κι’ όλος ο κόσμος τον αγάπαγε. Τότε λέγει ο Κωλέτης: «Πρώτα υποπτεύομουν τον Δυσσέα, τώρα ήρθε τρανύτερος». Ήρθε κι’ ο Χρήστος Παλάσκας άνθρωπος γενναίος, τίμιος, από καλό σπίτι. Αυτεινού του δυστυχή το’ ’κανε τον φίλο ο Κωλέτης περισσότερον δια την γυναίκα του κι’ όχι δια εκείνον τον ίδιον. Τώρα ο Κωλέτης, άνθρωπος από το σκολείον του αφέντη του του Αλήπασσα, μέτρησε: «Τον Δυσσέα τον έχω αντίζηλο, τον Αλέξη Νούτζο το ίδιο, τον Παλάσκα δια το κέφι μου καλό είναι να χαθή, να κάμω την γυναίκα του μορόζα».5 Ότι τέτοιοι είναι οι άνθρωποι οπού μας κυβερνούν και θέλουν να μας λευτερώσουνε, και να μας διατιμήσουνε θέλουν και να μας σκοτώσουν. Αυτό βλέπομεν ως σήμερον από τον Κόντε Λάλα Μεταξά κι’ από τον Εκλαμπρότατον Κωλέτη κι’ άλλους.

Αφού είχε την δύναμη της Κυβερνήσεως ο Εκλαμπρότατος Κωλέτης, διατάττει με τους συντρόφους του κυβερνήτες (αφού ο γραμματέας, οπού ’στειλαν η Διοίκηση κι’ ο Αργειοπάγος εις τον Νικήτα να σκοτώση τον Δυσσέα, δεν θέλησε), τότε διατάττουν τους άλλους δυο Αλέξη Νούτζο και Χρήστο Παλάσκα, να πάνε αυτείνοι οι δυο αναντίον του άλλου οχτρού του Κωλέτη, του Δυσσέα, διορίζουν τον Νούτζο προμηθευτή των στρατεμάτων και τον Παλάσκα εκτελεστική δύναμη. Κι’ αν δεν ακούση ο Δυσσέας, να τον χτυπήσουνε. Ήρθαν και οι δυο έξω, συναχτήκαμε όλ’ οι αρχηγοί κι’ απλοί στρατιωτικοί ’σ ένα μέρος κι’ ο Δυσσέας μαζί, διαβάσαμε τις διαταγές της Κυβερνήσεως. τους είπαμε: «Στο στρατόπεδον φέρνουν ζαϊρέ οι δημογέροντες κι’ ό,τι άλλα του πολέμου κάνη χρεία. Αν έχετε τα μέσα, χρήματα, ακολουθάτε την δουλειά σας, όμως να μην είστε άδειγοι από τα μέσα, και τότε θ’ αμελήσουνε και οι δημογέροντες, και μείνη το στρατόπεδον απρομήθευτον και διαλυθή, ότι οι Tούρκοι ξαπλώθηκαν πολλοί και μας ήρθαν πολλά πλησίον, πιάσαν όλα τα στενά κ’ ετοιμάζονται να μπούνε μέσα. Κι’ αφού περάσουνε από τα στενά, δεν τους βαστούμε. Και καθεμέρα έχομε πόλεμον μ’ αυτούς και οι άνθρωποι μπαΐλντισαν, και να μην μείνουν και νηστικοί και διαλυθούνε και κιντυνέψη Ρούμελη και Πελοπόννησο όλη. Ότ’ είναι πολλή Τουρκιά κι’ όλο συνάζονται. Κι’ αν έχετε τα μέσα, καθίστε και ’νεργάτε, ειδέ, αγροικηθήτε με την Κυβέρνησιν να σας ευκολύνη τα μέσα κι’ αναφέρετε κι’ ό,τι σας είπαμε». Αναφέρθηκαν τόσες φορές χωρίς να λάβουν απάντησιν. Σηκώθηκαν και πήγαν οπίσου εις την Κυβέρνησιν να της πούνε την κατάστασιν των στρατεμάτων και το προχώρεμα των Tούρκων, και οι άνθρωποι ακατάπαυτα πολεμούν, και τρέξιμον νύχτα και ημέρα, μπαϊλντίσαμεν να βαστούμε τους Tούρκους εις τα στενώματα, να μην περάσουνε κι’ αφανιστή ο τόπος. Αφού φύγαν αυτείνοι δια την Κυβέρνησιν να μιλήσουνε κι’ ό,τι τους διατάξουν ν’ ακολουθήσουνε.

Παραπομπές

1 Πέθανε ο καϊμένος και δεν ανταμωθήκαμε. Ο Θεός μακαρίζη την ψυχή του.

2 Ο Κωλέτης, καθώς λένε, έγραψε του Κιουτάγια κάποτε να γυρίση μ’ αυτόν. Το γράμμα του ο Κιουτάγιας το ’δειξε του Τάτση Μαγγίνα όταν τον έπιασε σκλάβον εις το Μισολόγγι, κι’ όταν λευτερώθη ο Μαγγίνας, το είπε αυτό παρουσία, και τι έγραφε το γράμμα, εις το Βουλευτικόν σώμα, εις την Αίγινα, κ’ έγινε τόσος καυγάς μ’ όλους τους βουλευτάς. Παιδιά των Tούρκων έχομεν οπού μας κυβερνούν, και δυστυχία και της πατρίδος και εμάς. Κι’ άλλοι είναι παιδιά των Tούρκων, άλλοι παιδιά αλλουνών χειρότερων από τους Tούρκους. Η πατρίς η δυστυχής κυβέρνησιν δεν είδε με τα μάτια της, ούτε θα ιδή. Κι’ ο Θεός να βγάλη εμέναν ψεύτη κι’ άδικον κι’ αυτούς πατριώτες και αληθινούς.

3 Ο Ακουμπέτι (το χειρόγραφον ακοπίτι· η λέξις τουρκική, σημαίνουσα «τέλος πάντων») ο Δυσσέος ο δυστυχής τον έφαγαν. Ακολούθως γράφω δι’ αυτό.

4 Ποίον ζώον δεν έχει τον οδηγόν του;

5 Καθώς την έκαμε και την έχει ως την σήμερον μέσα εις το σπίτι του σαν γυναίκα του.

ΠΗΓΗ

Related posts:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *