Η τουρκική τρομοκρατία στη Κωνσταντινούπολη

Κωνσταντινούπολη

Η τρομοκρατία άρχισε στην Κωνσταντινούπολη από τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου. Οι Τούρκοι εξαγριωμένοι διακηρύσσουν ότι η ημέρα που θα τιμωρηθούν σκληρά οι γκιαούρηδες για την αχαριστία τους και τη θρασύτητά τους δεν είναι μακριά. Απειλούν, βρίζουν. Έχει κυκλοφορήσει μεταξύ του τουρκικού όχλου η φήμη ότι ο σουλτάνος αγανάκτησε τόσο όταν έμαθε για την επανάσταση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, ώστε έχασε τον ύπνο του. Ορκίστηκε στην ιερή σημαία του Προφήτη να λυτρώσει το Ισλάμ από τους κινδύνους  που διέτρεχε εκ μέρους των απίστων με γενική σφαγή. Θα κηρυσσόταν ιερός πόλεμος εναντίων αυτών των ταπεινών ερπετών, που επιχείρησαν να δαγκώσουν το χέρι του αφέντη, το οποίο υποκρίνονταν ως τώρα ότι ήθελαν να φιλήσουν. Και τα κακοποιά στοιχεία, παραγκωνισμένοι γενίτσαροι, χαμάληδες, άεργοι των προκυμαιών, βρήκαν την ευκαιρία να δράσουν. Έγιναν επιθέσεις εναντίον ελληνικών καταστημάτων, Έλληνες ληστεύονταν στους δρόμους εν ονόματι της θρησκείας. Ουλεμάδες οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι με τις μεταρρυθμιστικές τάσεις του σουλτάνου  και τις οποίες χαρακτήριζαν ως εισηγήσεις των εχθρών του Ισλάμ, δηλαδή των Ελλήνων που επαναστάτησαν, οργισμένοι για τη σουλτανική δυσμένεια κατά των γενιτσάρων τους οποίους ήθελαν ως όργανα και στηρίγματα της επιρροής τους και όντας περιορισμένοι από αρκετό καιρό εξαιτίας της διάθεσης του Μαχμούτ εναντίον τους, περιέτρεχαν τώρα αχαλίνωτοι τις λαϊκές τουρκικές συνοικίες και διέγειραν το φανατισμό των μουσουλμάνων για τη θρησκεία τους που κινδύνευε, εναντίον των συνωμοτών. Τέτοιοι ήταν, για τους ουλεμάδες, όλοι οι Έλληνες, αλλά προ παντός οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας, αυτοί που αποφάσισαν να αφανίσουν την Σταμπούλ, να δολοφονήσουν το σουλτάνο και να βεβηλώσουν τα ιερά τεμένη.

Οι Έλληνες έντρομοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Όσοι διέθεταν μέσα και προέβλεπαν την εξέλιξη των γεγονότων προσπαθούσαν να βρουν τρόπο για να αναχωρήσουν από την Κωνσταντινούπολη. Οι περισσότεροι, και κυρίως οι πλουσιότεροι, οι εύποροι, οι γνωστοί στους Τούρκους για την περιουσία τους, δεν τολμούσαν να φανούν έξω από τις αυλές τους. Όλες οι πόρτες είχαν αμπαρωθεί. Για να προμηθευτούν τρόφιμα μεταχειρίζονταν φτωχούς Τούρκους τους οποίους είχαν ευεργετήσει άλλοτε και εξαγόραζαν τώρα τη βοήθειά τους με πολλά χρήματα. Τα μέγαρα του Φαναριού ήταν κατάκλειστά. Προς τα εκεί στρεφόταν προ πάντων η μουσουλμανική μανία.

Έγιναν, εν τούτοις, κατά τις πρώτες αυτές ημέρες μερικές φυγαδεύσεις Ελλήνων υποβοηθούμενες από Τούρκους. Υπήρξαν, πράγματι, Τούρκοι στην ψυχή των οποίων υπερίσχυε το ανθρώπινο αίσθημα έναντι του θρησκευτικού φανατισμού. Ο Τεσερφατσής εφέντης συμβούλευσε κρυφά τον αρχιμανδρίτη του οικουμενικού θρόνου Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό να αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη και να ειδοποιήσει τους δικούς του να τον μιμηθούν. Αλλά εκείνος σκέφτηκε ότι έπρεπε να παραμείνει, προς το παρόν, για να ειδοποιήσουν τα πατριαρχεία. Άλλοι βοήθησαν τον πρώην ηγεμόνα Αλέξανδρο Χαντζερή να φύγει από το προάστιο Βαλτά λιμάνι προς την Οδησσό με όλη του την οικογένεια. Την 6η Μαρτίου έφυγε επίσης για την Οδησσό ο έμπορος Γεώργιος Χριστόπουλος μαζί με άλλους. Η αναχώρηση του Χαντζερή, όταν έγινε γνωστή στην Πύλη, ερέθισε περισσότερο τα πνεύματα. Εκδόθηκε τότε διάταγμα να μετοικήσουν αμέσως στο Φανάρι όλες οι ηγεμονικές και αρχοντικές ελληνικές οικογένειες που κατοικούσαν στις επαύλεις τους που βρίσκονταν στα προάστια του Βοσπόρου. Οι Φαναριώτες υπάκουσαν και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ελπίζοντας ότι με το πνεύμα της ευπείθειας και της υποταγής θα μπορούσαν να αποτραπούν τα προετοιμαζόμενα δεινά, μετά από συμβούλιο της Συνόδου για το τι έπρεπε να γίνει, απηύθηνε αναφορά στην Πύλη μέσω της οποίας όλοι οι Έλληνες πρόκριτοι έδιναν εγγύηση για την παραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη και παρείχαν τη διαβεβαίωση, ότι εφόσον μπορούσαν, θα συνέπρατταν ως πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου στην αποκατάσταση της τάξης. Με αυτή την αναφορά γέλασε ο κεχαγιάς της Πύλης Ζανήπ εφέντης, στον οποίο και επιδόθηκε. Γνώριζε τις διαθέσεις της Πύλης και προ παντός του σουλτάνου καθώς και τα μέτρα που επρόκειτο να ληφθούν για την ασφάλεια του κράτους και της θρησκείας.

Στις 8 Μαρτίου αναγνώσθηκε σε όλα τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης φιρμάνι, μέσω του οποίου ζητούνταν από τους πιστούς να είναι έτοιμοι και άγρυπνοι να κτυπήσουν, όταν τους δοθεί η εντολή, τους εχθρούς που βρίσκονταν εντός του κράτους. Όφειλαν να οπλισθούν όλοι, πουλώντας για την προμήθεια των όπλων ακόμα και τα έπιπλά τους ή τα σκεπάσματα των κρεβατιών τους. Ο αγώνας θα κηρυσσόταν εντός ολίγου για να εξιλεωθεί ο οργισμένος Προφήτης, για να σωθεί το κράτος. Έπρεπε να εκτελεστούν αυτή τη μέρα κατά φοβερό τρόπο οι εντολές του Κορανίου κατά του εχθρού. Οι Τούρκοι όφειλαν να θυμηθούν τις παλιές δόξες, όταν η ημισέληνος θριάμβευσε κατακτώντας τους λαούς της γης, και να επανέλθουν, ανεξαρτήτως επαγγέλματος στην παλιά στρατιωτική ζωή. Κάθε Τούρκος ήταν υποχρεωμένος να προμηθευτεί όχι μόνο καλά όπλα αλλά και ένα άλογο και να ξαναγίνει πολεμιστής όπως οι ένδοξοι πρόγονοί του που κέρδισαν την ευμένεια του Προφήτη αποκεφαλίζοντας απίστους, χωρίς να γνωρίσουν άλλη ζωή παρά μόνο την πολεμική, και οι οποίοι προσέφεραν στο Μωάμεθ Β΄ λάφυρο της ανδρείας τους και των θυσιών τους την Πόλη, την ασφάλεια της οποίας επιβουλεύονταν σήμερα οι γκιαούρηδες.

Ταυτόχρονα, ο σουλτάνος με έμμονη την ιδέα ότι για όλα αυτά έφταιγαν οι διεφθαρμένοι, νωθροί και παραδομένοι στην ηδυπαθή ζωή Τούρκοι αξιωματούχοι και ότι την ελληνική επανάσταση την προκάλεσε η κακοδιοίκηση, απηύθυνε δύο άλλα φιρμάνια, ένα προς τον κεχαγιάμπεη, που ήταν σχετικό με εκείνο που είχε αναγνωστεί στα τζαμιά, και ένα άλλο προς ολόκληρο το οθωμανικό έθνος. Μεταφέρουμε το δεύτερο το οποίο είναι χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ και της πλήρους ανικανότητάς του να κατανοήσει τα βαθύτερα αίτια της επανάστασης.

«Οι άπιστοι, μάρτυρες των ακολασιών των υπουργών και των υπαλλήλων του κράτους μου και προβλέποντες ότι αυτοί δεν ήταν ικανοί να αντισταθούν, τόλμησαν να κινήσουν ένοπλη χείρα. Αυτό το γνωρίζουν όλοι οι μεγιστάνες, οι υπουργοί και οι υπάλληλοι του κράτους μου, και όμως κανείς δεν επιδεικνύει τον επιβαλλόμενο ζήλο. Οι γραφείς μεταβαίνουν στην εργασίας τους μόλις την 3η ώρα, οι υποθέσεις δε διεξάγονται όπως πρέπει. Αλλά όλες οι ώρες δεν είναι ώρες τρυφής.

Ιδού τα οικτρά αποτελέσματα αυτής της ζωής. Ψυχράθηκαν οι μουσουλμάνοι. Οι ραδιουργίες μεταξύ των υπαλλήλων δε σταματούν. Γι’ αυτό δε θα συμβουλεύω στο εξής αλλά θα παραδίδω στα χέρια του δημίου όλους όσοι διάγουν παρόμοιο βίο, αυτούς που περιφρονούν τη θέλησή μου να φέρονται μεταξύ τους ως αδέλφια, αυτούς που τρέφουν αμοιβαίο μίσος, αυτούς που δεν εκτελούν τα καθήκοντά τους, αυτούς που μεταβαίνουν αργά στην εργασία τους και αυτούς που κακολογούν ο ένας τον άλλο.

Ας ανοίξουν καλά τα μάτια τους οι άνθρωποι αυτοί. Οι σημερινές περιστάσεις δεν είναι όπως οι παρελθούσες. Πρόκειται περί της θρησκείας. Ο αυτοκρατορικός σκοπός μου είναι να κερδίσω τις καρδιές των αληθινών πιστών και να ενισχύσω το νόμο του Μωάμεθ. Μακάρι να αγρυπνήσετε όλοι. Αμήν!»

Εν τω μεταξύ είχε διακοινωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο η επιθυμία της Πύλης να εκδώσει η μεγάλη Εκκλησία αποφάσεις πατριαρχικές μέσω των οποίων να ενισχύσει αρχικά το φιρμάνι της Πύλης για αμνηστία, μέσω του οποίου καλούνταν οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας να εμείνουν στην πίστη τους προς το σουλτάνο και να επανέλθουν στην ευθεία οδό οι αποπλανηθέντες από τους επαναστάτες με εμπιστοσύνη στη μεγαλοψυχία του σουλτάνου. Έπειτα, ο Πατριάρχης έπρεπε να λύσει τον όρκο των μυηθέντων μέχρι τότε στη Φιλική Εταιρεία και να χαρακτηρίσει την πράξη αυτή ασεβή ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να καταραστεί και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο. Τα έγγραφα αυτά έπρεπε να διατυπωθούν με ραγιαδικό χαρακτήρα.

Η αξίωση αυτή της Πύλης διακοινώθηκε στις 3 Μαρτίου με φιρμάνι που αναγνώστηκε στο Οικουμενικό πατριαρχείο από το μέγα διερμηνέα. Ακολούθησαν συσκέψεις της συνόδου υπό την προεδρεία του πατριάρχη Γρηγορίου. Έξω από το Πατριαρχείο άρχισαν να περνούν βρίζοντας και απειλώντας, κατ’ αρχάς, απλοί Τούρκοι και έπειτα ένοπλοι που είχαν φανατιστεί από τους ουλεμάδες και παρορμούμενοι πλέον εναντίον των χριστιανών από το σουλτανικό φιρμάνι. Εν τω μεταξύ, οι συνοδικοί προσπαθούσαν να βρουν δικαιολογία για την αποφυγή της εκτέλεσης των ζητηθέντων και, αφού κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, ασχολήθηκαν με την πιο ήπια διατύπωση των εγγράφων μέσω των οποίων θα αποδοκιμαζόταν η επανάσταση. Η έκδοση των επιτιμίων κατά του Υψηλάντη και του Σούτσου αναβλήθηκε με την ελπίδα, ίσως, της μεταβολής των σκέψεων του σουλτάνου.

Στις 9 Μαρτίου διατάχτηκε αιφνιδιαστικά με φιρμάνι ο Οικουμενικός πατριάρχης να στείλει στην Πύλη μερικούς από τους εγκριτότερους αρχιερείς, χωρίς να δικαιολογηθεί αυτή η διαταγή. Ο σκοπός της πρόσκλησης ήταν ύποπτος. Ήταν ήδη γνωστά τα φιρμάνια του σουλτάνου που καλούσαν τους μουσουλμάνους να οπλιστούν. Το λιγότερο που ήταν πιθανό να συμβεί ήταν να κρατηθούν οι ζητούμενοι ως όμηροι. Αποφασίστηκε να μεταβούν στην Πύλη ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνάβου Ιωαννίκιος, ο Ανδριανουπόλεως Δωρόθεος και ο Αγχιάλου Ευγένειος. Οι επτά αρχιερείς παρουσιάστηκαν προ του Ρεήζ εφέντη – υπουργού των Εξωτερικών – και στάλθηκαν αμέσως σε ένα τουρκικό σπίτι όπου η διαμονή τους ήταν μεν άνετη αλλά τους απαγορευόταν να δέχονται και να βλέπουν άλλους πλην των διάκων τους.

Την ίδια μέρα πλήθος μουσουλμάνων που έφτανε περίπου τις δέκα χιλιάδες, έφτασε εμπρός από την κατοικία του σεϊχουλισλαμ και ζητούσε με αλαλαγμούς από τον ανώτατο πνευματικό αρχηγό των Μωαμεθανών την κήρυξη ιερού πολέμου κατά των χριστιανών και των αρχιερέων τους.

Εν τω μεταξύ είχε διακοινωθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο η επιθυμία της Πύλης να εκδώσει η μεγάλη Εκκλησία αποφάσεις πατριαρχικές μέσω των οποίων να ενισχύσει αρχικά το φιρμάνι της Πύλης για αμνηστία, μέσω του οποίου καλούνταν οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας να εμείνουν στην πίστη τους προς το σουλτάνο και να επανέλθουν στην ευθεία οδό οι αποπλανηθέντες από τους επαναστάτες με εμπιστοσύνη στη μεγαλοψυχία του σουλτάνου. Έπειτα, ο Πατριάρχης έπρεπε να λύσει τον όρκο των μυηθέντων μέχρι τότε στη Φιλική Εταιρεία και να χαρακτηρίσει την πράξη αυτή ασεβή ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να καταραστεί και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο. Τα έγγραφα αυτά έπρεπε να διατυπωθούν με ραγιαδικό χαρακτήρα.

Η αξίωση αυτή της Πύλης διακοινώθηκε στις 3 Μαρτίου με φιρμάνι που αναγνώστηκε στο Οικουμενικό πατριαρχείο από το μέγα διερμηνέα. Ακολούθησαν συσκέψεις της συνόδου υπό την προεδρεία του πατριάρχη Γρηγορίου. Έξω από το Πατριαρχείο άρχισαν να περνούν βρίζοντας και απειλώντας, κατ’ αρχάς, απλοί Τούρκοι και έπειτα ένοπλοι που είχαν φανατιστεί από τους ουλεμάδες και παρορμούμενοι πλέον εναντίον των χριστιανών από το σουλτανικό φιρμάνι. Εν τω μεταξύ, οι συνοδικοί προσπαθούσαν να βρουν δικαιολογία για την αποφυγή της εκτέλεσης των ζητηθέντων και, αφού κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, ασχολήθηκαν με την πιο ήπια διατύπωση των εγγράφων μέσω των οποίων θα αποδοκιμαζόταν η επανάσταση. Η έκδοση των επιτιμίων κατά του Υψηλάντη και του Σούτσου αναβλήθηκε με την ελπίδα, ίσως, της μεταβολής των σκέψεων του σουλτάνου.

Στις 9 Μαρτίου διατάχτηκε αιφνιδιαστικά με φιρμάνι ο Οικουμενικός πατριάρχης να στείλει στην Πύλη μερικούς από τους εγκριτότερους αρχιερείς, χωρίς να δικαιολογηθεί αυτή η διαταγή. Ο σκοπός της πρόσκλησης ήταν ύποπτος. Ήταν ήδη γνωστά τα φιρμάνια του σουλτάνου που καλούσαν τους μουσουλμάνους να οπλιστούν. Το λιγότερο που ήταν πιθανό να συμβεί ήταν να κρατηθούν οι ζητούμενοι ως όμηροι. Αποφασίστηκε να μεταβούν στην Πύλη ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνάβου Ιωαννίκιος, ο Ανδριανουπόλεως Δωρόθεος και ο Αγχιάλου Ευγένειος. Οι επτά αρχιερείς παρουσιάστηκαν προ του Ρεήζ εφέντη – υπουργού των Εξωτερικών – και στάλθηκαν αμέσως σε ένα τουρκικό σπίτι όπου η διαμονή τους ήταν μεν άνετη αλλά τους απαγορευόταν να δέχονται και να βλέπουν άλλους πλην των διάκων τους.

Την ίδια μέρα πλήθος μουσουλμάνων που έφτανε περίπου τις δέκα χιλιάδες, έφτασε εμπρός από την κατοικία του σεϊχουλισλαμ και ζητούσε με αλαλαγμούς από τον ανώτατο πνευματικό αρχηγό των Μωαμεθανών την κήρυξη ιερού πολέμου κατά των χριστιανών και των αρχιερέων τους.

 

Διονύσιος Κόκκινος, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *