Η δίκη του Κολοκοτρώνη

Ήταν 16 Απριλίου 1834, όταν η δίκη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ξεκινούσε, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ήτοι την ανατροπή του Βασιλέα Όθωνα.
Συγκατηγορούμενοι του Γέρου του Μοριά ήταν ο Δημήτριος Πλαπούτας, ο Κίτσος Τβαβέλλας και άλλοι ακόμη αγωνιστές.

Αν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συνέβαλλε τα μέγιστα για την Επανάσταση σε όλα τα επίπεδα, το κύρος του αλλά και η φήμη του, όπως είναι λογικό, εκτός από πολλούς φίλους του δημιούργησαν και πολλούς εχθρούς.

Η δίκη έγινε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, δικαστές ήταν ο Γεώργιος Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης, ενώ πρόεδρος του Δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Αν και πολλοί ισχυρίζονται ότι πριν την έναρξη της δίκης οι Βαυαροί αντιβασιλείς είχαν καταφέρει να πείσουν πολλούς για την ενοχή των κατηγορουμένων.
Όμως η μακρά ακροαματική διαδικασία, η οποία έληξε στις 26 Μαΐου, αλλά και οι αντιφάσεις των ψευδομαρτύρων, έπεισαν πολλούς με πρώτους τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη για το αντίθετο.

Ο Μάνος Κατράκης, υποδύεται τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη κατά τη διάρκεια της δίκης.
Ο Μάνος Κατράκης, υποδύεται τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη κατά τη διάρκεια της δίκης.

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης, ο Τερτσέτης μίλησε πρώτος υπέρ της αθωότητας των κατηγορουμένων. Οι υπόλοιποι δικαστές Βούλγαρης, Φραγκούλης και Σούτσος τάχθηκαν υπέρ της καταδίκης τους. Ο Μάουερ, θέλοντας να τελειώσει γρήγορα την όλη υπόθεση, απαίτησε την άμεση εκτέλεση του Κολοκοτρώνη και των υπολοίπων. Οι Τερτσέτης και Πολυζωίδης αποχωρούν από την αίθουσα της διάσκεψης, αλλά τους επαναφέρουν βιαίως αστυνομικοί μετά από διαταγή του υπουργού δικαιοδύνης.

Εν τω μεταξύ, οι παρασκηνιακές κινήσεις του Μάουερ φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα και μόλις φτάνουν στο δικαστήριο ο Τερτσέτης με τον Πολυζωίδη, τους διατάσσει να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση.

«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», ήταν η απάντηση του Πολυζωίδη.
«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», ήταν η απόκριση του Τερτσέτη.

Η απόφαση διαβάζεται και προκαλείται μεγάλος σάλος.
“Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έρθεις εν τη βασιλεία σου!” ήταν τα πρώτα λόγια του Κολοκοτρώνη κάνοντας τον Σταυρό του.
Είδε τον Πλαπούτα να δακρύζει:
“Ντροπή, ξάδελφε, του είπε σιγά. Εμείς εκάναμε το χρέος μας στην πατρίδα. Αυτοί ας μας καταδικάσουν. Καλύτερα να πάμε άδικα, παρά δίκαια.”

Ο σάλος που προκλήθηκε, ανάγκασε τους Βαυαρούς αντιβασιλείς μετατρέπεται σε κάθειρξη, και ο Βασιλιάς Όθωνας αποδίδει χάρη μετά την ενηλικίωσή του.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του:
«Μ έβαλαν εννέα μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακά μου. Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιον άλλον έχουν φυλακισμένο. Δεν ήξερα γιατί μ έχουν φυλακισμένο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».
 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *